Παρασκευή, 21 Μαΐου 2010

ΧΑΡΙΛΑΟΣ ΦΛΩΡΑΚΗΣ (1914-2005)



«Δεν το ονοματίζω τούτο το χαρτί διαθήκη για το λόγο ότι δεν έχω τίποτα να διαθέσω.

Ο,τι βιος είχα το έχω δώσει στο Κόμμα, στο Κόμμα στο ΚΚΕ με τα γνωστά σύμβολά του, τη Μαρξιστική - Λενινιστική ιδεολογία του, το πρόγραμμά του και τις αρχές του.

Πολιτικά δεν έχω επίσης τίποτα να αφήσω. Ο,τι είχα το έδωσα με τη συγκεκριμένη δράση μου. Να αφήσω πολιτικές ορμήνιες δεν το θεωρώ σοβαρό.

Θέλω να επιστρέψω, και να ταφώ στον τόπο που γεννήθηκα στο Παλιοζογλώπι και συγκεκριμένα στον Αηλιά για νάχω αγνάντιο. Ο τάφος να είναι απλός, μόνο να φραχτεί για να μην με ξεχώσουν τα αγρίμια.

Δε θέλω λόγους και στεφάνια. Αυτά να εκφραστούν με βοήθεια στο Κόμμα.

Γεια σας».

ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τρίτη 24 Μάη 2005 - αριθ. φύλλου: 9183




ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΚΕ ΤΟΥ ΚΚΕ
ΓΙΑ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΣΥΝΤΡΟΦΟΥ ΧΑΡΙΛΑΟΥ ΦΛΩΡΑΚΗ


Με βαθιά συγκίνηση και θλίψη η ΚΕ του ΚΚΕ ανακοινώνει το θάνατο του επίτιμου Προέδρου του ΚΚΕ, συντρόφου Χαρίλαου Φλωράκη. Του κομμουνιστή, που η δράση του έχει βάλει τη δική της σφραγίδα στην ηρωική πάλη του Κόμματός μας, στον ανηφορικό δρόμο που βαδίζει επί 87 χρόνια.

Ο σ. Χαρίλαος «έφυγε» πλήρης ημερών. Αφησε την τελευταία του πνοή χτες, Κυριακή 22 Μάη, στις 6 το απόγευμα, από ανακοπή καρδιάς.


Ολόκληρη η ζωή του σ. Χαρίλαου Φλωράκη ταυτίζεται με την πορεία του ΚΚΕ, το οποίο υπηρέτησε επί 76 ολόκληρα χρόνια. Από 15χρονος ΟΚΝίτης μέχρι και Α' Γραμματέας και Γενικός Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του. Ταυτίζεται με τις μεγαλύτερες στιγμές του λαϊκού μας κινήματος: Με τον αγώνα του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ, με την ηρωική πάλη του λαού κατά των Εγγλέζων και της ντόπιας αστικής κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου το Δεκέμβρη του 1944, με την ένδοξη δράση του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ) κατά της εγχώριας αστικής τάξης και των Αγγλοαμερικανών συμμάχων της. Ταυτίζεται με την ιστορία των διώξεων, των φυλακίσεων και των εκτελεστικών αποσπασμάτων που οδηγήθηκαν χιλιάδες παιδιά του ΚΚΕ, του ΕΑΜ και του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας.

Ανθρωπος βαθιά λαϊκός, ο σ. Χαρίλαος Φλωράκης έμεινε προσηλωμένος στο δίκιο του λαού και πάλεψε γι' αυτό με κάθε μέσο και σε όλες τις συνθήκες.


Η κομματική - πολιτική δράση του σ. Χαρίλαου Φλωράκη δε γνώρισε διαλείμματα. Γνώρισε μόνο φουρτούνες και μεγάλες δυσκολίες. Τις αντιμετώπισε όλες με παλικαριά και με αισιοδοξία, με την πηγαία θυμοσοφία του και με την αποφασιστικότητα του κομμουνιστή, που έχει πλήρη συναίσθηση της αποστολής του και της σκληρότητας που χαρακτηρίζει την ταξική πάλη. Τις αντιμετώπισε δίνοντας όλες τις δυνάμεις του και βγαίνοντας ηθικά νικητής. Οπως τόσοι και τόσες από τους χιλιάδες κομμουνιστές και τις κομμουνίστριες, που δε λογάριασαν και διέθεσαν τη ζωή τους απλόχερα, για να ξημερώσουν καλύτερες μέρες.

Στη διάρκεια της Μεταξικής δικτατορίας και πριν απ' αυτή, στα χρόνια του Βενιζελικού «Ιδιώνυμου». Στην Κατοχή και στον ένοπλο λαϊκό αγώνα του 1946 - 1949, όπου αναδείχτηκαν τόσο οι πολιτικές, όσο και οι στρατιωτικές ικανότητες του σ. Χαρίλαου Φλωράκη. Εκεί, στα βουνά της Πίνδου, που οι αετοί συναντήθηκαν με τους ένοπλους αετούς, τον Νίκο Μπελογιάννη, τον Διαμαντή, τον Καπετάν Γιώτη, όλους τους ήρωες - μαχητές και τις μαχήτριες του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας. Εκεί, που η αδιαλλαξία απέναντι στον ταξικό εχθρό πήγαινε χέρι - χέρι με την ευαισθησία απέναντι στο σύντροφο, στο συναγωνιστή, στον απλό άνθρωπο.

«Δε φοβηθήκατε το θάνατο;» τον ρωτούσαν. «Ασφαλώς και τον φοβηθήκαμε», απαντούσε. «Ποιος δε λογαριάζει τη ζωή του; Μόνο ο τρελός ή ο άδειος από συναισθήματα μπορεί να μην φοβηθεί το θάνατο. Αλλά εκείνο, που διακρίνει τον κομμουνιστή, είναι ότι βρίσκει τη δύναμη, όταν χρειαστεί, να θυσιάζει ό,τι πιο πολύτιμο έχει, ξεπερνώντας και το φόβο του θανάτου».

Ο σ. Χαρίλαος Φλωράκης, όχι μόνο δε μετάνιωσε για το δρόμο που επέλεξε, αλλά συνήθιζε να επαναλαμβάνει, ότι τον ίδιο δρόμο θα ακολουθούσε ξανά, αν αυτό μπορούσε να γίνει. Γιατί γνώριζε, ότι δεν είχε κάνει λάθος. Γιατί γνώριζε, ότι η ζωή ομορφαίνει περισσότερο και ότι η ανθρώπινη υπόσταση καταξιώνεται μόνο στον αγώνα για την αλλαγή της κοινωνίας.


Στη μεγάλη δίκη του 1960 ξαναζωντάνεψαν η ατρόμητη στάση κομμουνιστών - κατηγορουμένων προηγούμενων χρόνων, η σθεναρή υπεράσπιση του ΚΚΕ, της πατριωτικής - διεθνιστικής προσφοράς του και των αρχών του, που μετέτρεπαν τους κατηγορουμένους σε κατηγόρους.

Αντικρούοντας την κατηγορία της διενέργειας κατασκοπίας υπέρ ξένης δύναμης, μαζί με τους συγκατηγορουμένους του συντρόφους Ρούλα Κουκούλου, Κώστα Λουλέ, Αύρα Παρτσαλίδου και άλλους, ο σ. Χαρίλαος Φλωράκης είπε στην απολογία του ανάμεσα σε άλλα:

«Βεβαίως τα Κομμουνιστικά Κόμματα έχουν σχέσεις μεταξύ τους. Μας συνδέουν κοινή ιδεολογία, κοινά ιδανικά, η φιλία και η συναδέλφωση των λαών μας, έχουμε κοινό αντίπαλο, τον ιμπεριαλισμό. Και μόνο αυτό επιβάλλει τη διεθνή αλληλεγγύη μας. Αλλά υπάρχουν και προβλήματα που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με γνώμονα τα κακώς νοούμενα συμφέροντα μιας χώρας. Παράδειγμα το Κυπριακό, στο οποίο οι Αγγλοι και οι Τούρκοι κομμουνιστές αντιτάχθηκαν στις απόψεις των κυβερνήσεων των χωρών τους. Η επίσημη Αγγλία και η Τουρκία τούς είπαν προδότες, αλλά στην πραγματικότητα η στάση τους ήταν και σωστή και εθνική. Να γιατί ο διεθνισμός μας δεν έρχεται σε αντίθεση με την αγάπη μας προς την πατρίδα και τα συμφέροντά της. Το 1957 μαζεύτηκαν στη Μόσχα αντιπρόσωποι 64 Κομμουνιστικών Κομμάτων και διακήρυξαν ότι βασικό καθήκον των κομμουνιστών είναι η υπεράσπιση της ειρήνης. Ποιος αμφισβητεί ότι αυτό είναι και εθνικό μας καθήκον;».

«Πολεμάμε και τραγουδάμε, έλεγε στην Κατοχή η ΕΠΟΝ. Αυτό κάνετε κι εσείς τώρα», είπε σε συγκέντρωση στο Βελιγράδι, στη διάρκεια των βομβαρδισμών από το ΝΑΤΟ και την ΕΕ, μιλώντας σε συγκέντρωση Γιουγκοσλάβων, που αντιπροσωπεία του ΚΚΕ τους είχε επισκεφθεί, για να εκφράσει την αλληλεγγύη της στον αγώνα τους.

Η διεθνιστική δράση του σ. Χαρίλαου Φλωράκη αναγνωρίστηκε και τιμήθηκε από πολλά Κομμουνιστικά Κόμματα. Ξεχωρίζουν οι τιμητικές διακρίσεις του βραβείου της «Φιλίας των Λαών», από τον Πρόεδρο του Ανώτατου Σοβιέτ της Σοβιετικής Ενωσης, το βραβείο «Καρλ Μαρξ», από το κράτος της Λαοκρατικής Γερμανίας και το βραβείο «Γκεόργκι Ντιμιτρόφ» από το σοσιαλιστικό κράτος της Βουλγαρίας.


Από το 1954 μέχρι το 1966 έμεινε ο σ. Χαρίλαος στη φυλακή, αφού η θανατική καταδίκη του είχε μετατραπεί σε ισόβια. Μαζί του και άλλοι 85 κομμουνιστές. Μπορούσαν να αποφύγουν όλες αυτές τις κακουχίες και τις στερήσεις, αρκεί να δήλωναν ότι αποκηρύσσουν το ΚΚΕ, την ιδεολογία τους. Αλλά προτίμησαν να σηκώσουν το σταυρό.

Η «ελεύθερη» ζωή κράτησε λιγότερο από ένα χρόνο. Στις 21 Απρίλη 1967 ο σ. Χαρίλαος εξορίστηκε στη Γυάρο και στη συνέχεια στη Λέρο για 4 ακόμη χρόνια. Και ακολούθησαν η παράνομη δράση και η παράνομη διαφυγή στο εξωτερικό, μετά από σχετική εντολή του Κόμματος.

Τον τίτλο του «ιστορικού ηγέτη», που πολλοί συνηθίζουν να χρησιμοποιούν αφειδώλευτα, ακόμη και για ασήμαντα περάσματα από την πολιτική, ο σ. Χαρίλαος Φλωράκης τον έκανε συνώνυμό του. Γιατί απέδειξε, ότι «ιστορικό στέλεχος» δεν είναι όποιος αφιέρωσε πολλά χρόνια στην πολιτική δράση. Γίνεται το πρόσωπο εκείνο που, όταν τερματίζεται η ζωή του, παραμένει «ορθοστατών και ορθοβαδίζων», αλλά και έχοντας δώσει στην επαναστατική συλλογικότητα.

Από τις πιο χαρακτηριστικές περιόδους, που αναδείχνεται η συμβολή του σ. Χαρίλαου Φλωράκη, είναι η νομιμοποίηση του ΚΚΕ το 1974, ύστερα από 27 χρόνια παρανομίας και πολλά χρόνια απουσίας των Κομματικών Οργανώσεων από την Ελλάδα. Τότε ο σ. Χαρίλαος Φλωράκης ηγήθηκε του ΚΚΕ, του Κόμματος που ήρθε στη νομιμότητα έχοντας στερηθεί τη φυσιολογική διαδοχικότητα δύο γενεών στην ανάπτυξή του. Τη μια, από τα δολοφονικά χτυπήματα του πολέμου και των κατοπινών διωγμών, την άλλη, λόγω της διάλυσης των Κομματικών Οργανώσεων.

«Πρέπει να αναπληρώσουμε αυτό το κενό γρήγορα», έλεγε συνεχώς το 1974, προσβλέποντας στην ανάπτυξη της ΚΝΕ, και έχοντας εμπιστοσύνη στη νεολαία. Και δεν παρέλειπε, συνεχώς, να καυτηριάζει την απόφαση του 1958 να διαλυθούν οι Κομματικές Οργανώσεις και οι κομμουνιστές να ενταχθούν στην ΕΔΑ.

Σε αυτές τις συνθήκες ο σ. Χαρίλαος Φλωράκης συνέβαλε στη γρήγορη προσαρμογή του Κόμματος στις νέες συνθήκες και απαιτήσεις, στην ενότητα του παλιού με το καινούριο. Στην αξιοποίηση των έμπειρων στελεχών, αλλά και στην αποφασιστική προσπάθεια να διαμορφωθεί μια νέα γενιά στελεχών στο ΚΚΕ.

Επιβεβαίωσε, ότι η συμβολή ενός κορυφαίου στελέχους δεν κρίνεται μόνο από τη δική του προσφορά, αλλά κυρίως κρίνεται από την προσπάθειά του να ανεβαίνει η συλλογικότητα και η διαδοχή των γενεών.


Οταν άρχισε η αντεπανάσταση στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες, στη διάρκειά της και μετά, τότε που ακόμη και επιφανείς ηγέτες πολλών Κομμουνιστικών Κομμάτων υποχώρησαν και αναδιπλώθηκαν, ο σ. Χαρίλαος Φλωράκης αποτέλεσε μια από τις εξαιρέσεις του κανόνα. Εμεινε όρθιος, υπεράσπισε το ΚΚΕ, κόντρα σε εκείνους που μεθόδευαν τη διάλυσή του με τη βοήθεια και την παρασκηνιακή συμμετοχή αστικών δυνάμεων. Ηταν αποφασιστική η συμβολή του στη λεγόμενη «πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ», το 1990, καθώς και στο 13ο Συνέδριο του ΚΚΕ (Φλεβάρης 1991), τότε που επιχειρήθηκε η «μεγάλη έφοδος» για τη διάχυση του ΚΚΕ στον τότε Συνασπισμό. Τότε που το Κόμμα μας κτυπήθηκε από μέσα, στο όνομα της «ανανέωσης», που σήμαινε την προσαρμογή του ΚΚΕ στο σύστημα. Ο σ. Χαρίλαος δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι ήταν δυνατό να γίνει και το παραμικρό θετικό σε τούτο τον τόπο, δίχως την ύπαρξη του ΚΚΕ.

Ο σ. Χαρίλαος Φλωράκης υπερασπίστηκε την προσφορά του σοσιαλιστικού συστήματος, ιδιαίτερα της Σοβιετικής Ενωσης, στα κοινωνικά δικαιώματα των λαών, στην ειρήνη, στην πάλη για έναν κόσμο απαλλαγμένο από την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Γνώρισε από κοντά τη φροντίδα τους ως πολιτικός πρόσφυγας, αλλά και τη διεθνιστική συνεισφορά τους στα επαναστατικά και στα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα των λαών.

Είχε βαθύτατη πεποίθηση ότι ο σοσιαλισμός θα έρθει ό,τι και να γίνει, ότι είναι το μέλλον της ανθρωπότητας, γιατί, όπως έλεγε, «ο καπιταλισμός οξύνει και δεν μπορεί να λύσει τα λαϊκά προβλήματα».


Ο σ. Χαρίλαος Φλωράκης είναι γέννημα του ΚΚΕ. Το ΚΚΕ και οι ηρωικοί αγώνες του τον ανέδειξαν σε ηγέτη, τον οποίο εκτιμούν όχι μόνον οι κομμουνιστές και οι κομμουνίστριες, αλλά και πολλοί εργαζόμενοι που δεν ταυτίζονται με την ιδεολογία του Κόμματός μας. Υπήρξε λαϊκός ηγέτης, γιατί ήταν κομμουνιστής. Μόνο αυτή η ιδιότητα μπορούσε να του δώσει όσα του έδωσε, μόνο αυτή μπορούσε να τον καταστήσει λαϊκό ηγέτη.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο, ότι στο αποχαιρετιστήριο που συνέταξε το Σεπτέμβρη του 1994 και παρέδωσε στην ηγεσία του Κόμματος, δεν αναφέρεται γενικά στο ΚΚΕ, δεν αφήνει το «βιος του» γενικά στο ΚΚΕ, αλλά έγραψε: «Ο,τι βιος είχα το έχω δώσει στο Κόμμα - στο Κόμμα, στο ΚΚΕ με τα γνωστά σύμβολά του, τη Μαρξιστική - Λενινιστική ιδεολογία του, το πρόγραμμά του και τις αρχές του».

Οι κομμουνίστριες και οι κομμουνιστές, τα μέλη του ΚΚΕ και της ΚΝΕ, οι οπαδοί και οι φίλοι του Κόμματος αποχαιρετούν τον σ. Χαρίλαο στο τελευταίο ταξίδι του.

Η ΚΕ του ΚΚΕ αποχαιρετά τον Καπετάν Γιώτη του ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ, που, σε άλλες συνθήκες, συμβόλισε τη συνέχεια των αγωνιστικών παραδόσεων της μαχόμενης κλεφτουριάς και των λαϊκών αγώνων που ακολούθησαν. Θα αναπαυθεί εκεί στα αγραφιώτικα βουνά, από όπου η λαϊκή μνήμη κρατά ζωντανό το τραγούδι και το τουφέκι της λαϊκής πάλης.

ΑΘΗΝΑ 23/5/2005

Η ΚΕ ΤΟΥ ΚΚΕ

Σάββατο, 27 Μαρτίου 2010

ΡΙΤΑ ΜΠΟΥΜΗ-ΠΑΠΑ: Ο ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ Άρης Βελουχιώτης

ΡΙΤΑ ΜΠΟΥΜΗ-ΠΑΠΑ

Ο ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ
Άρης Βελουχιώτης

Δεν σ' είδαμε
στις 13 του Οχτώβρη στην Αθήνα
δεν σ' έσφιξαν τα κύματα της λαοθάλασσάς μας.
Όπως σε πρόσταξαν οι φθονεροί
στα διάσελα έμεινες
γεράκι νυχοπόδαρο κρουσταλιασμένο
για ν' αγναντεύεις απ' το Καρπενήσι
τη λευτεριά μας
ντυμένη στα γαλάζια και στα κύκκινα.

Όμως σε ξέραμε:
το άλογό σου ήταν άσπρο
η φέρμελή σου βυσινιά -
βλαχούλα σε νυχτέρι τήνε ξόμπλιασε
με χορταράκια κι ανεμώνες,
τα ξέραμε τα διψασμένα μάτια σου
ξέχειλα λύπη:
στον κόρφο της πατρίδας τάδαμε
να ψαχουλεύουνε για γάλα.
[-63-]


Δεν είδανε τα μάτια μας το μαύρο το σκουφί σου
πάνω απ' το δάσος των χεριών μας
που σε ζητούσαν όρθια και γυμνά
μέσ' στις ηλιόλουστες πλατείες.
Εσύ αμίλητος
νεράκι έπινες αντί κρασί χαράς
τριγυρισμένος απ' τ' αγόρια
που αφίσανε τα σπίτια τους
για ένα κρεβάτι στο χιόνι.

Σκλάβος της λευτεριάς
και μιας σκληρής διαταγής της
απ' ώρα σ' ώρα πρόσμενες
μαντάτο να σου φέρουν οι αετοί
να ροβολήσεις
να σμίξομε όπως ταίριαζε σε ίσιο δρόμο
τη μέρα που δεν κάπνισε το τζάκι μας
τη μέρα που δεν στρώσαμε τραπέζι για να φάμε
κι ήτανε κάθε δρόμος χοροστάσι
κι' αλώνι φεγγαρόπετρο η Αθήνα.

Εμείς πιστοί στο ραντεβού της λευτεριάς
προσμέναμε
αχτένιστος να μπεις από τις βορεινές τις πόρτες
προγονικά λαχούρια είχαμε στρώσει
για να πατήσει τ' άλογο σου
στις χούφτες μας να πιει να ξεδιψάσει.
[-64-]


Εσύ μ' αυτιά στητά και παραπονεμένος
ψάρευες τη βουή μας με την απόχη της παλάμης σου
που έφερνε ο άνεμος στα καραούλια
πίσω απ' τις φτέρες σφούγγιζες τα ματοτσίνορά σου.
Σαν βέργα σπάραξε μια βοσκοπούλα που σε είδε:
Πέτρα στο δαχτυλίδι μου να τόχα, καπετάνιο,
το χιλιάκριβο δάκρυ σου -
κόμπο από μάλαμα
στα σγουρά κλωνιά των μαλλιών μου!

Γλυστρούσε ο ήλιος στο τροχισμένο σου σπαθί
σε πλούμιζε ολόκληρο με πούλιες
μια μέρα πιο ξανθιά κι' από το κριθάρι.

Ξέφρενοι στην Αθήνα εμείς σπάζαμε τα ταμπούρλα
νηστικοί κι από χαρά χορτάτοι
ξεσκούφωτος λαός με μέτωπο καθάριο
ξανακελάδαγαν στα δέντρα τα πουλιά
κωφάλαλοι ζητωκραύγαζαν
χώμα, νερό κι' αέρας το παλάτι μας
Λευτεριά -
μια μέρα ολάκερη μαζί σου!

Δεν άνθισαν λοιπόν τ' αηδημητριάτικα;
δεν έγινε όμορφη η ζωή μας, Καπετάνιο;
[-65-]


Χιονοστιβάδα κύλησε
στην πόρτα που άνοιξε με τόσο κόπο
μαύρη φτερούγα ζύγισε τον ίσκιο της
στην πηγή που καθρέφτισε
πριν από σε
την καταιγίδα.
Δεν πίνει το άτι σου νερό κι' αποτρεβιέται.

Γονατιστοί οι αντάρτες του τονε παρακαλούνε:
- Καπετάνιο, πάμε στα σπίτια μας πια τώρα!
Κάτω μ' ολόγυμνο βυζί χοροπηδά η Πατρίδα
και πλήθη ορκίζονται
στων φυσεκιών μας το λοξό σταυρό.
Μισή χαρά γεύονται οι κοπέλες μας
δίχως εμάς και καρτερούνε
τον ανεμοστρόβιλό μας
την άσφαλτο να φουρτουνιάσει!
Με το λαφάκι μου στην πλάτη
θα μ' αφήκεις, Καπετάνιο, να παρελάσω.
Έτσι θα περιμένει να με ιδεί
Κείνη που αποχαιρέτισα πριν τρία χρόνια.

Μη σεκλετίζεσαι, τι κλαίν τα μοσχαράκια.
Πάρε το μονοπάτι, ροβόλησε προς το λαγγάδι.
Τι σταματάς τηρώντας το βελούχι;
Τόσο λοιπόν τ' αγάπησες το πέτρινο προσκέφαλο
και τ' αστροκέντητο σεντόνι; -
[-66-]


Κι αν είναι, Καπετάνιο, ένα χαρτί
που σε κρατάει μακριά μας
τι περιμένεις να το σχίσεις;
Σπαθί δεν έχεις να το κομματιάσεις
βαθύ φαράγγι να το ρίξεις;
Ποιοι είναι τούτοι οι νιόφερτοι με τις εγγλέζικες στολές
με τα καλοθρεμένα μάγουλα;
Μοσκοβολάν μυρωδικά και μεις δεν έχομε σαπούνι!
Για ποια πατρίδα μας μιλάν οι ηγέτες τους;
Εμείς μια μόνο ξέρομε, μια μόνο αγαπάμε:
εκείνη την αγέλαστη, τη μαυρομαντηλούσα
που δε φορεί μεταξωτά, φτιασίδια και βραχιόλια
μα είναι πουρνάρι, χώμα, πέτρα
και μια φλογέρα από καλάμι...
Τρία χρόνια ολάκερα στα δάση της μας κρύβει
τρία χρόνια μας θρέφει με τη μισή μπουκιά της
(σίκαλη σε πέτρινο χερόμυλο αλεσμένη
ψωμί ψημένο στη θράκα της καρδιάς της).
Μπαλώνει τα σκουτιά μας με λινάρι
τα πλένει σε τετράψηλα ποτάμια
τροχίζει τα σπαθιά μας στη γέρικη παλάμη της
ξυπόλυτη λαφροπατά στης μάνας μας τον ύπνο
να τη μερώσει από το κλάμα
βάβω γλυκεία μας νανουρίζει
με χούφτες ξέχειλες αγάπη
στα ίδια κλέφτικα λημέρια
κι όταν, μετά τη μάχη,
το παραρίξομε στον ύπνο
[-67-]


με το πουκάμισο μας ματωμένο
ποιος έχει ακούσει απ' αυτουνούς
πως μας μοιρολογάει;

Μαχαίρι τροχισμένο στα δόντια
Μαχαίρι τροχισμένο στην καρδιά.
Εσείς πουλιά της κάτω γης μην κελαδάτε τόσο!
Συννέφιασε ο Παρνασσός, οσμίστηκε Δεκέμβρη
αχ κλέφτικο τραγούδι
μέλι στην ανοιχτή πληγή μας
«βαστάξτε να βαστάξομε και τούτο το χειμώνα»
πάλι αμπέχωνο από φύλλα
πάλι τσιγάρα στριμένα σε χοντρό χαρτί
πάλι σκοπιές στα καραούλια.
Ποιος είναι αυτός που σήλωσε τα κάγκελα
για να μη δώκομε τα χέρια;
Ποιος άπλωσε τέτοια μεγάλη λίμνη από παράπονο;
Ποιος χαίρεται την ώρα που στενάζει ο Καπετάνιος;

Τρία χρόνια που σ' αγαπάμε
τρία χρόνια που ορκιζόμαστε στο σκληρό όνομά σου
τρία χρόνια την ελπίδα μας έχει σημαία
τρία χρόνια οι λέξεις σου μας ηλεκτρίζουν.
Και να παραμονεύουν τα λυκόσκυλα του εχτρού
να οσμίζονται μες στη βροχή τα ρούχα μας
και να φερμάρουν την περπατησιά μας
μέσ' στις παράνομες τις νύχτες.
Τώρα οι σκύλοι κρύφτηκαν γιατί φοβούνται
και μεις δεν βρίσκομε κλαρί ν' απλώσουμε
[-68-]


το δακρυσμένο μας μαντήλι.
Και να μη βλέπομε τον τοίχο που χωρίζει
τ' αγκάλιασμά μας, Καπετάνιο,
για να τον ρίξομε μ' ένα τσεκούρι!

Όμως -
πού να βαρέσει η αξίνα μας δίχως πληγή ν' ανοίξει;

Ξύδι μας κάναν τη χαρά μας
χινοπωριάτικη χαρά πώς να βαστάξει;
Καινούργιο αίμα στίψετε, παιδιά μου, στο ποτήρι
και σεις αρρεβωνιαστικές
βάψετε τα φουστάνια μαύρα!
Και τ' ακριβά σας δάκρυα
να μη χαθούνε
περάστε σε μπρισίμι τις χοντρές τους χάντρες
να τα κρεμάσομε για μαρτυρία
στης πατρίδας το πανάρχαιο κόνισμα
βράσετε στάρι αγουρωπό από τώρα
και κλαίοντας δροσίστε το
με της καρδίας σας το σπασμένο ρόδι.

Και σεις αγόρια αχάιδευτα
ασκητές της πατρίδας με τ' άκουρα μαλλιά
κορνιζωμένοι από γενειάδες
που σας θολώνει ακόμα μια φορά
η οργή του δίκιου
και τρίζετε τα δόντια σας από το πείσμα
φωτιά και σίδερο
[-69-]


φωτιά και σίδερο
η πέτρα απ' την πέτρα να χωρίσει!

Όμως -
πού να βαρέσει η αξίνα μας δίχως πληγή ν' ανοίξει
και ποιος τη γη τούτη αγαπά περισσότερο από μας;

...............................................

Και ξέσπασε το σύννεφο που ήρθε από τη δύση:
Νεροποντή από σίδερο κι από γαμψό ατσάλι
σάλαγος, ουρλιαχτά κι αστροπελέκια
ρουκετοβόλα άγριου θυμού
βόμβες από φωτιά και μίσος
γύπες πελώριοι, αιμοβόροι
τιμώρησαν την τσίτσιδη και πεινασμένη Αθήνα
πούχε στραμένα προς εσέ της αγωνίας τα μάτια
ως τη στιγμή που οι γέφυρες
μια και κόπηκαν όλες.

Κι απόμεινες σταυραϊτός
στης Ρούμελης το σταυροδρόμι
αγρίμι πικρής περήφανης γενιάς
όλος παράπονο και πείσμα,
με τ' όνομα σου γραμμένο σε τόσο χιόνι.
Όχι, δεν μας νικήσαν, Καπετάνιο!
Κι αν λείψαμε δεν μας νικήσαν.
Καλάμια ήταν και σπάσανε απ' τον πολύν αγέρα
καλάμια και τα κάνανε ντουφέκια τα παιδάκια
[-70-]


λεβέτι εμάς είν η καρδιά χαλκωματένιο
βράζει ο θυμός της χύνετ' όξω
γύφτου θυμός που ζεματάει σαν λάβα!

Όχι, δεν σε νικήσαν, Καπετάνιο!
Εσύ τ' αγρίμια έχεις συντρόφους
την ερημιά αγαπητικιά
τη φρόνηση όπλο.
Ας σούμεινε ένα βόλι μοναχά
το τελευταίο -
συ το χαϊδεύεις τρυφερά
γιατί το μελετάς για την καρδιά σου.

Σιωπή, παιδιά, βρουχάται ο καπετάνιος:

Αδέρφια
πάρτε το θάνατό μου και πιστέψτε με
τι άλλο περισσότερο να δώσω θα μπορούσα;
Πάρετε αντίλαλοι κατρακυλήστε την κραυγή μου
να δώσω το «παρών» μέσα σε τόση δυστυχία
ένα σταυρό να ζητιανέψω από τα δάση,
τώρα που είμαι έτοιμος να δρασκελίσω
μ' ένα μου πήδημα στην Ιστορία.
Το μαύρο σκούφο μου ζεστό
ο άνεμος ας το κληρονομήσει
τ' άσπρο μαντήλι μου η μάνα μου που με προσμένει
προσέξτε
σε κόμπο τρίδιπλο της έχω κλείσει το φιλί μου...
[-71-]


Σβάρνισες όλα τα βουνίσια χώματα
πικρό βοτάνι ζήταγες να σε παρηγορήσει
τραβούσες για το μνήμα σου αρματωμένος
δίχως υποταγή, δίχως θυμό
και μόνος
παρατημένος από τους συντρόφους
τριγυρισμένος από κεραυνούς
που στα βουνά μονομαχούσαν
σπάζοντας τα σπαθιά τους στις πλαγιές
και βούλιαζαν βαριά τα σύννεφα μέσ' στα φαράγγια
ζητώντας να σε σύρουνε μαζί τους.
Μονάχα ο γέρο Παρνασσός ,
χιόνι καινούργιο παντού σούστρωνε
για να ξαπλώσεις.

Μονάχα ο ουρανός ήταν ψηλότερά σου,
και συ με τ' άστρο σου φαρί κινούσες να τον φτάσεις
μια ώρα αρχύτερα το σύνορο να δρασκελίσεις,
για μας τους ποιητές Βελερεφόντης
μα για το πλήθος βουρκωμένος Ιησούς
στο δείπνο της Μεγάλης Πέμπτης
θεονήστικος
και το ποτήρι σου ξεχειλισμένο από φαρμάκι.
Μα εκεί που πας
ένα ποτάμι είν' από γάλα
μια βρύση μέλι για την πίκρα
παχιά λειβάδια λησμονιάς
στρώματα με υπνοβότανα
και μαξιλάρια πουπουλένια...
[-72-]


Κάτω απ' το λυκοτόμαρο του Καπετάνιου
σφίγγεται ένα παιδάκι να μην κλάψει
ψάξτε μέσα στα μάτια του και θα το βρείτε,
καθώς κυττά τη δράκα που άναψαν
οι τελευταίοι πιστοί του:
Φεγγαράκι μου λαμπρό
φέγγε μου να περπατώ...

Θα πάω ν' ανταμώσω τους εχτρούς μας
με το βιβλίο στα χέρια μου που μ' έμαθε
να συλλαβίζω
με τον περήφανο αετό στις κάλτσες μου
και με το κυπαρίσι μου
γεμάτο αγερικές σφυρίχτρες!

Μητέρα ρουμελιώτισα -
να το ποτίζεις ζάχαρη και μόσκο...
Σφούγγισε, σύντροφε, τα δάκρυά σου
τρυπούνε το μανδύα σου σαν βόλια!
Πούναι οι άλλοι;
Σκόρπισαν σαν τα φύλλα απ' το πλατάνι
και τ' άλογό μου καρτερά να το χαϊδέψω.
Εμπρός, λοιπόν, αφού το θέλουν!
τη χλόη θα τους δείξω του στήθους μου
που δεν πατήθηκε από κανένα!

Γιουρούσι από σίδερο, φωτιά κι ατσάλι
ασκέρι οι γιούδες
κοπάδια φονικά ξένα πουλιά
[—73—]


παγάνες για τη ρωμέικη λεβεντιά
παγάνες για την αποκοτιά της
βουή μεγάλη στα πρόθυρα του κάμπου:
Καπετάνιο,
δεν επροσκύνησες και θα τιμωρηθείς.

Το τσοπανόπουλο της Θεσσαλίας τώρα σε γνωρίζει
βουβό κοιτάζει όπου πατάς και δεν πιστεύει
στο κουκουνάρι της καρδιάς του
διπλοσφαλνά το ένδοξο ηλιοβασίλεμά σου
λυπητερό σαν του Χριστού μέσ' στον ελιώνα.
- Έλα στη στρούγκα, καπετάνιο
θα λύσω τα κορδόνια σου που σε πονούνε
προβιές θα στρώσω να πλαγιάσεις μαλακά
έχω να φας ψωμί από σίκαλη
χλωρό τυρί
έλα -
θέλω να μάθει ο κύρης μου στον κάμπο
πως εκουβέντιασα μαζύ σου.

......................................

Τι κουρνιαχτός στα μάτια μας τι χαλασμός στα δέντρα
τον Καπετάνιο πιάσανε μονάχο σε μια ράχη
χίλιοι τον πάνε από μπροστά και δυο χιλιάδες πίσω
κι ο καπετάνιος πρόφταξε τους έφυγε απ' τα χέρια
βγάζει μια μπόμπα την πετά χαλιέται μοναχός του
σπάζει η καρδιά του κόκκινο βάφει τον κόσμο γύρα
[-74-]



απ' το κακό τους οι εχτροί του πήραν το κεφάλι
οι φτονεροί το χάλασαν έμοιαζε τ' Άη Γιάννη.
Και κει που το παιδεύανε κι αυτό χαμογελούσε
αετός αντάρτης χύμηξε τότε και τους το πήρε
στα νύχια του το ζύγισε και τούδωκε τ' αψήλου
βουνό βουνό το πάγαινε μην το μολέψει ο κάμπος
ως που πετώντας χάθηκε στις γαλανές κορφάδες.

Δεκέμβρης 1946

[-75-]

Πηγή: Λευτέρης Αποστόλου, «Ο Άρης Βελουχιώτης όπως τον γνώρισα 1923-1944», Σελ.63-75

Μπάμπης Δ. Κλάρας: ΑΔΕΡΦΕ ΜΟΥ (1983)

ΑΔΕΡΦΕ ΜΟΥ

Σ' άφησα αδερφέ μου ανυπεράσπιστον
και σου πετάξανε τη λάσπη
στο πάναγνο το πρόσωπό σου
μικροί, δειλοί και άναντροι
του τάφου σου οι ιερόσυλοι.

Στους σκύλους ρίξαν τη σεπτή σου κάρα
βορά των γερακιών το τίμιο σου κορμί
άταφος κι ανομάτιστος
ο μέγας ονοματισμένος
στου φαραγγιού το βάθος.

Όμως
τι κι αν δεν έχεις τάφο, αδερφέ μου.
Όπου γη και τάφος
για τους αντρειωμένους.
Όπου γη και βάθρο της ζωής
της ψυχής πλαστουργέ.

Τι κι αν πετούν τη λάσπη;
Λεκιάζουν ποτέ οι ψυχές;


Μπάμπης Δ. Κλάρας (1983)

Πηγή: Λευτέρης Αποστόλου, «Ο Άρης Βελουχιώτης όπως τον γνώρισα 1923-1944», Σελ.77

Σάββατο, 6 Μαρτίου 2010

Αυτούς τους έχω βαρεθεί / σιχαθεί


George Grosz: «Στυλοβάτες της κοινωνίας», 1926George Grosz: «Στυλοβάτες της κοινωνίας» /(The Pillars of Society), 1926.


Αυτούς τους έχω βαρεθεί

Στίχοι: Wolf Biermann μετάφρ. Δημοσθένης Κούρτοβικ
Μουσική: Μικρούτσικος Θάνος
Πρώτη εκτέλεση: Μαρία Δημητριάδη

Τις κρύες γυναίκες που με χαϊδεύουν,
τους ψευτοφίλους που με κολακεύουν,
που απ' τους άλλους θεν παλικαριά
κι οι ίδιοι όλο λερώνουν τα βρακιά,
σ' αυτήν την πόλη που στα δυο έχει σκιστεί,
τους έχω βαρεθεί.

Και πέστε μου αξίζει μια πεντάρα,
των γραφειοκρατών η φάρα,
στήνει με ζήλο περισσό,
στο σβέρκο του λαού χορό,
στης ιστορίας τον χοντρό το κινητή,
την έχω σιχαθεί.

Και τι θα χάναμε χωρίς αυτούς όλους,
τους γερμανούς τους προφεσόρους,
που καλύτερα θα ξέρανε πολλά,
αν δεν γεμίζαν ολοένα την κοιλιά,
υπαλληλίσκοι φοβητσιάρηδες, δούλοι παχιοί,
τους έχω βαρεθεί.

Κι οι δάσκαλοι της νεολαίας γδαρτάδες,
κόβουν στα μέτρα τους τους μαθητάδες,
κάθε σημαίας πλαισιώνουν τους ιστούς,
με ιδεώδεις υποτακτικούς,
που είναι στο μυαλό νωθροί,
μα υπακοή έχουν περισσή,
τους έχω βαρεθεί.

Κι ο παροιμιώδης μέσος ανθρωπάκος,
κέρδος ποτέ μα από παθήματα χορτάτος,
που συνηθίζει στην κάθε βρωμιά,
αρκεί να έχει γεμάτο τον ντορβά
κι επαναστάσεις στ' όνειρά του αναζητεί,
τον έχω βαρεθεί.

Κι οι ποιητές με χέρι υγρό,
υμνούνε της πατρίδας τον χαμό,
κάνουν με θέρμη τα στοιχειά στιχάκια,
με τους σοφούς του κράτους τα 'χουνε πλακάκια,
σαν χέλια γλοιώδικα έχουν πουληθεί,
τους έχω σιχαθεί.