
«Δεν το ονοματίζω τούτο το χαρτί διαθήκη για το λόγο ότι δεν έχω τίποτα να διαθέσω.
Ο,τι βιος είχα το έχω δώσει στο Κόμμα, στο Κόμμα στο ΚΚΕ με τα γνωστά σύμβολά του, τη Μαρξιστική - Λενινιστική ιδεολογία του, το πρόγραμμά του και τις αρχές του.
Πολιτικά δεν έχω επίσης τίποτα να αφήσω. Ο,τι είχα το έδωσα με τη συγκεκριμένη δράση μου. Να αφήσω πολιτικές ορμήνιες δεν το θεωρώ σοβαρό.
Θέλω να επιστρέψω, και να ταφώ στον τόπο που γεννήθηκα στο Παλιοζογλώπι και συγκεκριμένα στον Αηλιά για νάχω αγνάντιο. Ο τάφος να είναι απλός, μόνο να φραχτεί για να μην με ξεχώσουν τα αγρίμια.
Δε θέλω λόγους και στεφάνια. Αυτά να εκφραστούν με βοήθεια στο Κόμμα.
Γεια σας».
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τρίτη 24 Μάη 2005 - αριθ. φύλλου: 9183
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΚΕ ΤΟΥ ΚΚΕ
ΓΙΑ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΣΥΝΤΡΟΦΟΥ ΧΑΡΙΛΑΟΥ ΦΛΩΡΑΚΗ
Με βαθιά συγκίνηση και θλίψη η ΚΕ του ΚΚΕ ανακοινώνει το θάνατο του επίτιμου Προέδρου του ΚΚΕ, συντρόφου Χαρίλαου Φλωράκη. Του κομμουνιστή, που η δράση του έχει βάλει τη δική της σφραγίδα στην ηρωική πάλη του Κόμματός μας, στον ανηφορικό δρόμο που βαδίζει επί 87 χρόνια.
Ο σ. Χαρίλαος «έφυγε» πλήρης ημερών. Αφησε την τελευταία του πνοή χτες, Κυριακή 22 Μάη, στις 6 το απόγευμα, από ανακοπή καρδιάς.
Ολόκληρη η ζωή του σ. Χαρίλαου Φλωράκη ταυτίζεται με την πορεία του ΚΚΕ, το οποίο υπηρέτησε επί 76 ολόκληρα χρόνια. Από 15χρονος ΟΚΝίτης μέχρι και Α' Γραμματέας και Γενικός Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του. Ταυτίζεται με τις μεγαλύτερες στιγμές του λαϊκού μας κινήματος: Με τον αγώνα του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ, με την ηρωική πάλη του λαού κατά των Εγγλέζων και της ντόπιας αστικής κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου το Δεκέμβρη του 1944, με την ένδοξη δράση του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ) κατά της εγχώριας αστικής τάξης και των Αγγλοαμερικανών συμμάχων της. Ταυτίζεται με την ιστορία των διώξεων, των φυλακίσεων και των εκτελεστικών αποσπασμάτων που οδηγήθηκαν χιλιάδες παιδιά του ΚΚΕ, του ΕΑΜ και του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας.
Ανθρωπος βαθιά λαϊκός, ο σ. Χαρίλαος Φλωράκης έμεινε προσηλωμένος στο δίκιο του λαού και πάλεψε γι' αυτό με κάθε μέσο και σε όλες τις συνθήκες.
Η κομματική - πολιτική δράση του σ. Χαρίλαου Φλωράκη δε γνώρισε διαλείμματα. Γνώρισε μόνο φουρτούνες και μεγάλες δυσκολίες. Τις αντιμετώπισε όλες με παλικαριά και με αισιοδοξία, με την πηγαία θυμοσοφία του και με την αποφασιστικότητα του κομμουνιστή, που έχει πλήρη συναίσθηση της αποστολής του και της σκληρότητας που χαρακτηρίζει την ταξική πάλη. Τις αντιμετώπισε δίνοντας όλες τις δυνάμεις του και βγαίνοντας ηθικά νικητής. Οπως τόσοι και τόσες από τους χιλιάδες κομμουνιστές και τις κομμουνίστριες, που δε λογάριασαν και διέθεσαν τη ζωή τους απλόχερα, για να ξημερώσουν καλύτερες μέρες.
Στη διάρκεια της Μεταξικής δικτατορίας και πριν απ' αυτή, στα χρόνια του Βενιζελικού «Ιδιώνυμου». Στην Κατοχή και στον ένοπλο λαϊκό αγώνα του 1946 - 1949, όπου αναδείχτηκαν τόσο οι πολιτικές, όσο και οι στρατιωτικές ικανότητες του σ. Χαρίλαου Φλωράκη. Εκεί, στα βουνά της Πίνδου, που οι αετοί συναντήθηκαν με τους ένοπλους αετούς, τον Νίκο Μπελογιάννη, τον Διαμαντή, τον Καπετάν Γιώτη, όλους τους ήρωες - μαχητές και τις μαχήτριες του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας. Εκεί, που η αδιαλλαξία απέναντι στον ταξικό εχθρό πήγαινε χέρι - χέρι με την ευαισθησία απέναντι στο σύντροφο, στο συναγωνιστή, στον απλό άνθρωπο.
«Δε φοβηθήκατε το θάνατο;» τον ρωτούσαν. «Ασφαλώς και τον φοβηθήκαμε», απαντούσε. «Ποιος δε λογαριάζει τη ζωή του; Μόνο ο τρελός ή ο άδειος από συναισθήματα μπορεί να μην φοβηθεί το θάνατο. Αλλά εκείνο, που διακρίνει τον κομμουνιστή, είναι ότι βρίσκει τη δύναμη, όταν χρειαστεί, να θυσιάζει ό,τι πιο πολύτιμο έχει, ξεπερνώντας και το φόβο του θανάτου».
Ο σ. Χαρίλαος Φλωράκης, όχι μόνο δε μετάνιωσε για το δρόμο που επέλεξε, αλλά συνήθιζε να επαναλαμβάνει, ότι τον ίδιο δρόμο θα ακολουθούσε ξανά, αν αυτό μπορούσε να γίνει. Γιατί γνώριζε, ότι δεν είχε κάνει λάθος. Γιατί γνώριζε, ότι η ζωή ομορφαίνει περισσότερο και ότι η ανθρώπινη υπόσταση καταξιώνεται μόνο στον αγώνα για την αλλαγή της κοινωνίας.
Στη μεγάλη δίκη του 1960 ξαναζωντάνεψαν η ατρόμητη στάση κομμουνιστών - κατηγορουμένων προηγούμενων χρόνων, η σθεναρή υπεράσπιση του ΚΚΕ, της πατριωτικής - διεθνιστικής προσφοράς του και των αρχών του, που μετέτρεπαν τους κατηγορουμένους σε κατηγόρους.
Αντικρούοντας την κατηγορία της διενέργειας κατασκοπίας υπέρ ξένης δύναμης, μαζί με τους συγκατηγορουμένους του συντρόφους Ρούλα Κουκούλου, Κώστα Λουλέ, Αύρα Παρτσαλίδου και άλλους, ο σ. Χαρίλαος Φλωράκης είπε στην απολογία του ανάμεσα σε άλλα:
«Βεβαίως τα Κομμουνιστικά Κόμματα έχουν σχέσεις μεταξύ τους. Μας συνδέουν κοινή ιδεολογία, κοινά ιδανικά, η φιλία και η συναδέλφωση των λαών μας, έχουμε κοινό αντίπαλο, τον ιμπεριαλισμό. Και μόνο αυτό επιβάλλει τη διεθνή αλληλεγγύη μας. Αλλά υπάρχουν και προβλήματα που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με γνώμονα τα κακώς νοούμενα συμφέροντα μιας χώρας. Παράδειγμα το Κυπριακό, στο οποίο οι Αγγλοι και οι Τούρκοι κομμουνιστές αντιτάχθηκαν στις απόψεις των κυβερνήσεων των χωρών τους. Η επίσημη Αγγλία και η Τουρκία τούς είπαν προδότες, αλλά στην πραγματικότητα η στάση τους ήταν και σωστή και εθνική. Να γιατί ο διεθνισμός μας δεν έρχεται σε αντίθεση με την αγάπη μας προς την πατρίδα και τα συμφέροντά της. Το 1957 μαζεύτηκαν στη Μόσχα αντιπρόσωποι 64 Κομμουνιστικών Κομμάτων και διακήρυξαν ότι βασικό καθήκον των κομμουνιστών είναι η υπεράσπιση της ειρήνης. Ποιος αμφισβητεί ότι αυτό είναι και εθνικό μας καθήκον;».
«Πολεμάμε και τραγουδάμε, έλεγε στην Κατοχή η ΕΠΟΝ. Αυτό κάνετε κι εσείς τώρα», είπε σε συγκέντρωση στο Βελιγράδι, στη διάρκεια των βομβαρδισμών από το ΝΑΤΟ και την ΕΕ, μιλώντας σε συγκέντρωση Γιουγκοσλάβων, που αντιπροσωπεία του ΚΚΕ τους είχε επισκεφθεί, για να εκφράσει την αλληλεγγύη της στον αγώνα τους.
Η διεθνιστική δράση του σ. Χαρίλαου Φλωράκη αναγνωρίστηκε και τιμήθηκε από πολλά Κομμουνιστικά Κόμματα. Ξεχωρίζουν οι τιμητικές διακρίσεις του βραβείου της «Φιλίας των Λαών», από τον Πρόεδρο του Ανώτατου Σοβιέτ της Σοβιετικής Ενωσης, το βραβείο «Καρλ Μαρξ», από το κράτος της Λαοκρατικής Γερμανίας και το βραβείο «Γκεόργκι Ντιμιτρόφ» από το σοσιαλιστικό κράτος της Βουλγαρίας.
Από το 1954 μέχρι το 1966 έμεινε ο σ. Χαρίλαος στη φυλακή, αφού η θανατική καταδίκη του είχε μετατραπεί σε ισόβια. Μαζί του και άλλοι 85 κομμουνιστές. Μπορούσαν να αποφύγουν όλες αυτές τις κακουχίες και τις στερήσεις, αρκεί να δήλωναν ότι αποκηρύσσουν το ΚΚΕ, την ιδεολογία τους. Αλλά προτίμησαν να σηκώσουν το σταυρό.
Η «ελεύθερη» ζωή κράτησε λιγότερο από ένα χρόνο. Στις 21 Απρίλη 1967 ο σ. Χαρίλαος εξορίστηκε στη Γυάρο και στη συνέχεια στη Λέρο για 4 ακόμη χρόνια. Και ακολούθησαν η παράνομη δράση και η παράνομη διαφυγή στο εξωτερικό, μετά από σχετική εντολή του Κόμματος.
Τον τίτλο του «ιστορικού ηγέτη», που πολλοί συνηθίζουν να χρησιμοποιούν αφειδώλευτα, ακόμη και για ασήμαντα περάσματα από την πολιτική, ο σ. Χαρίλαος Φλωράκης τον έκανε συνώνυμό του. Γιατί απέδειξε, ότι «ιστορικό στέλεχος» δεν είναι όποιος αφιέρωσε πολλά χρόνια στην πολιτική δράση. Γίνεται το πρόσωπο εκείνο που, όταν τερματίζεται η ζωή του, παραμένει «ορθοστατών και ορθοβαδίζων», αλλά και έχοντας δώσει στην επαναστατική συλλογικότητα.
Από τις πιο χαρακτηριστικές περιόδους, που αναδείχνεται η συμβολή του σ. Χαρίλαου Φλωράκη, είναι η νομιμοποίηση του ΚΚΕ το 1974, ύστερα από 27 χρόνια παρανομίας και πολλά χρόνια απουσίας των Κομματικών Οργανώσεων από την Ελλάδα. Τότε ο σ. Χαρίλαος Φλωράκης ηγήθηκε του ΚΚΕ, του Κόμματος που ήρθε στη νομιμότητα έχοντας στερηθεί τη φυσιολογική διαδοχικότητα δύο γενεών στην ανάπτυξή του. Τη μια, από τα δολοφονικά χτυπήματα του πολέμου και των κατοπινών διωγμών, την άλλη, λόγω της διάλυσης των Κομματικών Οργανώσεων.
«Πρέπει να αναπληρώσουμε αυτό το κενό γρήγορα», έλεγε συνεχώς το 1974, προσβλέποντας στην ανάπτυξη της ΚΝΕ, και έχοντας εμπιστοσύνη στη νεολαία. Και δεν παρέλειπε, συνεχώς, να καυτηριάζει την απόφαση του 1958 να διαλυθούν οι Κομματικές Οργανώσεις και οι κομμουνιστές να ενταχθούν στην ΕΔΑ.
Σε αυτές τις συνθήκες ο σ. Χαρίλαος Φλωράκης συνέβαλε στη γρήγορη προσαρμογή του Κόμματος στις νέες συνθήκες και απαιτήσεις, στην ενότητα του παλιού με το καινούριο. Στην αξιοποίηση των έμπειρων στελεχών, αλλά και στην αποφασιστική προσπάθεια να διαμορφωθεί μια νέα γενιά στελεχών στο ΚΚΕ.
Επιβεβαίωσε, ότι η συμβολή ενός κορυφαίου στελέχους δεν κρίνεται μόνο από τη δική του προσφορά, αλλά κυρίως κρίνεται από την προσπάθειά του να ανεβαίνει η συλλογικότητα και η διαδοχή των γενεών.
Οταν άρχισε η αντεπανάσταση στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες, στη διάρκειά της και μετά, τότε που ακόμη και επιφανείς ηγέτες πολλών Κομμουνιστικών Κομμάτων υποχώρησαν και αναδιπλώθηκαν, ο σ. Χαρίλαος Φλωράκης αποτέλεσε μια από τις εξαιρέσεις του κανόνα. Εμεινε όρθιος, υπεράσπισε το ΚΚΕ, κόντρα σε εκείνους που μεθόδευαν τη διάλυσή του με τη βοήθεια και την παρασκηνιακή συμμετοχή αστικών δυνάμεων. Ηταν αποφασιστική η συμβολή του στη λεγόμενη «πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ», το 1990, καθώς και στο 13ο Συνέδριο του ΚΚΕ (Φλεβάρης 1991), τότε που επιχειρήθηκε η «μεγάλη έφοδος» για τη διάχυση του ΚΚΕ στον τότε Συνασπισμό. Τότε που το Κόμμα μας κτυπήθηκε από μέσα, στο όνομα της «ανανέωσης», που σήμαινε την προσαρμογή του ΚΚΕ στο σύστημα. Ο σ. Χαρίλαος δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι ήταν δυνατό να γίνει και το παραμικρό θετικό σε τούτο τον τόπο, δίχως την ύπαρξη του ΚΚΕ.
Ο σ. Χαρίλαος Φλωράκης υπερασπίστηκε την προσφορά του σοσιαλιστικού συστήματος, ιδιαίτερα της Σοβιετικής Ενωσης, στα κοινωνικά δικαιώματα των λαών, στην ειρήνη, στην πάλη για έναν κόσμο απαλλαγμένο από την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Γνώρισε από κοντά τη φροντίδα τους ως πολιτικός πρόσφυγας, αλλά και τη διεθνιστική συνεισφορά τους στα επαναστατικά και στα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα των λαών.
Είχε βαθύτατη πεποίθηση ότι ο σοσιαλισμός θα έρθει ό,τι και να γίνει, ότι είναι το μέλλον της ανθρωπότητας, γιατί, όπως έλεγε, «ο καπιταλισμός οξύνει και δεν μπορεί να λύσει τα λαϊκά προβλήματα».
Ο σ. Χαρίλαος Φλωράκης είναι γέννημα του ΚΚΕ. Το ΚΚΕ και οι ηρωικοί αγώνες του τον ανέδειξαν σε ηγέτη, τον οποίο εκτιμούν όχι μόνον οι κομμουνιστές και οι κομμουνίστριες, αλλά και πολλοί εργαζόμενοι που δεν ταυτίζονται με την ιδεολογία του Κόμματός μας. Υπήρξε λαϊκός ηγέτης, γιατί ήταν κομμουνιστής. Μόνο αυτή η ιδιότητα μπορούσε να του δώσει όσα του έδωσε, μόνο αυτή μπορούσε να τον καταστήσει λαϊκό ηγέτη.
Δεν είναι καθόλου τυχαίο, ότι στο αποχαιρετιστήριο που συνέταξε το Σεπτέμβρη του 1994 και παρέδωσε στην ηγεσία του Κόμματος, δεν αναφέρεται γενικά στο ΚΚΕ, δεν αφήνει το «βιος του» γενικά στο ΚΚΕ, αλλά έγραψε: «Ο,τι βιος είχα το έχω δώσει στο Κόμμα - στο Κόμμα, στο ΚΚΕ με τα γνωστά σύμβολά του, τη Μαρξιστική - Λενινιστική ιδεολογία του, το πρόγραμμά του και τις αρχές του».
Οι κομμουνίστριες και οι κομμουνιστές, τα μέλη του ΚΚΕ και της ΚΝΕ, οι οπαδοί και οι φίλοι του Κόμματος αποχαιρετούν τον σ. Χαρίλαο στο τελευταίο ταξίδι του.
Η ΚΕ του ΚΚΕ αποχαιρετά τον Καπετάν Γιώτη του ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ, που, σε άλλες συνθήκες, συμβόλισε τη συνέχεια των αγωνιστικών παραδόσεων της μαχόμενης κλεφτουριάς και των λαϊκών αγώνων που ακολούθησαν. Θα αναπαυθεί εκεί στα αγραφιώτικα βουνά, από όπου η λαϊκή μνήμη κρατά ζωντανό το τραγούδι και το τουφέκι της λαϊκής πάλης.
ΑΘΗΝΑ 23/5/2005
Η ΚΕ ΤΟΥ ΚΚΕ
Παρασκευή 21 Μαΐου 2010
ΧΑΡΙΛΑΟΣ ΦΛΩΡΑΚΗΣ (1914-2005)
Σάββατο 27 Μαρτίου 2010
ΡΙΤΑ ΜΠΟΥΜΗ-ΠΑΠΑ: Ο ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ Άρης Βελουχιώτης
ΡΙΤΑ ΜΠΟΥΜΗ-ΠΑΠΑ
Ο ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ
Άρης Βελουχιώτης
Δεν σ' είδαμε
στις 13 του Οχτώβρη στην Αθήνα
δεν σ' έσφιξαν τα κύματα της λαοθάλασσάς μας.
Όπως σε πρόσταξαν οι φθονεροί
στα διάσελα έμεινες
γεράκι νυχοπόδαρο κρουσταλιασμένο
για ν' αγναντεύεις απ' το Καρπενήσι
τη λευτεριά μας
ντυμένη στα γαλάζια και στα κύκκινα.
Όμως σε ξέραμε:
το άλογό σου ήταν άσπρο
η φέρμελή σου βυσινιά -
βλαχούλα σε νυχτέρι τήνε ξόμπλιασε
με χορταράκια κι ανεμώνες,
τα ξέραμε τα διψασμένα μάτια σου
ξέχειλα λύπη:
στον κόρφο της πατρίδας τάδαμε
να ψαχουλεύουνε για γάλα.
[-63-]
Δεν είδανε τα μάτια μας το μαύρο το σκουφί σου
πάνω απ' το δάσος των χεριών μας
που σε ζητούσαν όρθια και γυμνά
μέσ' στις ηλιόλουστες πλατείες.
Εσύ αμίλητος
νεράκι έπινες αντί κρασί χαράς
τριγυρισμένος απ' τ' αγόρια
που αφίσανε τα σπίτια τους
για ένα κρεβάτι στο χιόνι.
Σκλάβος της λευτεριάς
και μιας σκληρής διαταγής της
απ' ώρα σ' ώρα πρόσμενες
μαντάτο να σου φέρουν οι αετοί
να ροβολήσεις
να σμίξομε όπως ταίριαζε σε ίσιο δρόμο
τη μέρα που δεν κάπνισε το τζάκι μας
τη μέρα που δεν στρώσαμε τραπέζι για να φάμε
κι ήτανε κάθε δρόμος χοροστάσι
κι' αλώνι φεγγαρόπετρο η Αθήνα.
Εμείς πιστοί στο ραντεβού της λευτεριάς
προσμέναμε
αχτένιστος να μπεις από τις βορεινές τις πόρτες
προγονικά λαχούρια είχαμε στρώσει
για να πατήσει τ' άλογο σου
στις χούφτες μας να πιει να ξεδιψάσει.
[-64-]
Εσύ μ' αυτιά στητά και παραπονεμένος
ψάρευες τη βουή μας με την απόχη της παλάμης σου
που έφερνε ο άνεμος στα καραούλια
πίσω απ' τις φτέρες σφούγγιζες τα ματοτσίνορά σου.
Σαν βέργα σπάραξε μια βοσκοπούλα που σε είδε:
Πέτρα στο δαχτυλίδι μου να τόχα, καπετάνιο,
το χιλιάκριβο δάκρυ σου -
κόμπο από μάλαμα
στα σγουρά κλωνιά των μαλλιών μου!
Γλυστρούσε ο ήλιος στο τροχισμένο σου σπαθί
σε πλούμιζε ολόκληρο με πούλιες
μια μέρα πιο ξανθιά κι' από το κριθάρι.
Ξέφρενοι στην Αθήνα εμείς σπάζαμε τα ταμπούρλα
νηστικοί κι από χαρά χορτάτοι
ξεσκούφωτος λαός με μέτωπο καθάριο
ξανακελάδαγαν στα δέντρα τα πουλιά
κωφάλαλοι ζητωκραύγαζαν
χώμα, νερό κι' αέρας το παλάτι μας
Λευτεριά -
μια μέρα ολάκερη μαζί σου!
Δεν άνθισαν λοιπόν τ' αηδημητριάτικα;
δεν έγινε όμορφη η ζωή μας, Καπετάνιο;
[-65-]
Χιονοστιβάδα κύλησε
στην πόρτα που άνοιξε με τόσο κόπο
μαύρη φτερούγα ζύγισε τον ίσκιο της
στην πηγή που καθρέφτισε
πριν από σε
την καταιγίδα.
Δεν πίνει το άτι σου νερό κι' αποτρεβιέται.
Γονατιστοί οι αντάρτες του τονε παρακαλούνε:
- Καπετάνιο, πάμε στα σπίτια μας πια τώρα!
Κάτω μ' ολόγυμνο βυζί χοροπηδά η Πατρίδα
και πλήθη ορκίζονται
στων φυσεκιών μας το λοξό σταυρό.
Μισή χαρά γεύονται οι κοπέλες μας
δίχως εμάς και καρτερούνε
τον ανεμοστρόβιλό μας
την άσφαλτο να φουρτουνιάσει!
Με το λαφάκι μου στην πλάτη
θα μ' αφήκεις, Καπετάνιο, να παρελάσω.
Έτσι θα περιμένει να με ιδεί
Κείνη που αποχαιρέτισα πριν τρία χρόνια.
Μη σεκλετίζεσαι, τι κλαίν τα μοσχαράκια.
Πάρε το μονοπάτι, ροβόλησε προς το λαγγάδι.
Τι σταματάς τηρώντας το βελούχι;
Τόσο λοιπόν τ' αγάπησες το πέτρινο προσκέφαλο
και τ' αστροκέντητο σεντόνι; -
[-66-]
Κι αν είναι, Καπετάνιο, ένα χαρτί
που σε κρατάει μακριά μας
τι περιμένεις να το σχίσεις;
Σπαθί δεν έχεις να το κομματιάσεις
βαθύ φαράγγι να το ρίξεις;
Ποιοι είναι τούτοι οι νιόφερτοι με τις εγγλέζικες στολές
με τα καλοθρεμένα μάγουλα;
Μοσκοβολάν μυρωδικά και μεις δεν έχομε σαπούνι!
Για ποια πατρίδα μας μιλάν οι ηγέτες τους;
Εμείς μια μόνο ξέρομε, μια μόνο αγαπάμε:
εκείνη την αγέλαστη, τη μαυρομαντηλούσα
που δε φορεί μεταξωτά, φτιασίδια και βραχιόλια
μα είναι πουρνάρι, χώμα, πέτρα
και μια φλογέρα από καλάμι...
Τρία χρόνια ολάκερα στα δάση της μας κρύβει
τρία χρόνια μας θρέφει με τη μισή μπουκιά της
(σίκαλη σε πέτρινο χερόμυλο αλεσμένη
ψωμί ψημένο στη θράκα της καρδιάς της).
Μπαλώνει τα σκουτιά μας με λινάρι
τα πλένει σε τετράψηλα ποτάμια
τροχίζει τα σπαθιά μας στη γέρικη παλάμη της
ξυπόλυτη λαφροπατά στης μάνας μας τον ύπνο
να τη μερώσει από το κλάμα
βάβω γλυκεία μας νανουρίζει
με χούφτες ξέχειλες αγάπη
στα ίδια κλέφτικα λημέρια
κι όταν, μετά τη μάχη,
το παραρίξομε στον ύπνο
[-67-]
με το πουκάμισο μας ματωμένο
ποιος έχει ακούσει απ' αυτουνούς
πως μας μοιρολογάει;
Μαχαίρι τροχισμένο στα δόντια
Μαχαίρι τροχισμένο στην καρδιά.
Εσείς πουλιά της κάτω γης μην κελαδάτε τόσο!
Συννέφιασε ο Παρνασσός, οσμίστηκε Δεκέμβρη
αχ κλέφτικο τραγούδι
μέλι στην ανοιχτή πληγή μας
«βαστάξτε να βαστάξομε και τούτο το χειμώνα»
πάλι αμπέχωνο από φύλλα
πάλι τσιγάρα στριμένα σε χοντρό χαρτί
πάλι σκοπιές στα καραούλια.
Ποιος είναι αυτός που σήλωσε τα κάγκελα
για να μη δώκομε τα χέρια;
Ποιος άπλωσε τέτοια μεγάλη λίμνη από παράπονο;
Ποιος χαίρεται την ώρα που στενάζει ο Καπετάνιος;
Τρία χρόνια που σ' αγαπάμε
τρία χρόνια που ορκιζόμαστε στο σκληρό όνομά σου
τρία χρόνια την ελπίδα μας έχει σημαία
τρία χρόνια οι λέξεις σου μας ηλεκτρίζουν.
Και να παραμονεύουν τα λυκόσκυλα του εχτρού
να οσμίζονται μες στη βροχή τα ρούχα μας
και να φερμάρουν την περπατησιά μας
μέσ' στις παράνομες τις νύχτες.
Τώρα οι σκύλοι κρύφτηκαν γιατί φοβούνται
και μεις δεν βρίσκομε κλαρί ν' απλώσουμε
[-68-]
το δακρυσμένο μας μαντήλι.
Και να μη βλέπομε τον τοίχο που χωρίζει
τ' αγκάλιασμά μας, Καπετάνιο,
για να τον ρίξομε μ' ένα τσεκούρι!
Όμως -
πού να βαρέσει η αξίνα μας δίχως πληγή ν' ανοίξει;
Ξύδι μας κάναν τη χαρά μας
χινοπωριάτικη χαρά πώς να βαστάξει;
Καινούργιο αίμα στίψετε, παιδιά μου, στο ποτήρι
και σεις αρρεβωνιαστικές
βάψετε τα φουστάνια μαύρα!
Και τ' ακριβά σας δάκρυα
να μη χαθούνε
περάστε σε μπρισίμι τις χοντρές τους χάντρες
να τα κρεμάσομε για μαρτυρία
στης πατρίδας το πανάρχαιο κόνισμα
βράσετε στάρι αγουρωπό από τώρα
και κλαίοντας δροσίστε το
με της καρδίας σας το σπασμένο ρόδι.
Και σεις αγόρια αχάιδευτα
ασκητές της πατρίδας με τ' άκουρα μαλλιά
κορνιζωμένοι από γενειάδες
που σας θολώνει ακόμα μια φορά
η οργή του δίκιου
και τρίζετε τα δόντια σας από το πείσμα
φωτιά και σίδερο
[-69-]
φωτιά και σίδερο
η πέτρα απ' την πέτρα να χωρίσει!
Όμως -
πού να βαρέσει η αξίνα μας δίχως πληγή ν' ανοίξει
και ποιος τη γη τούτη αγαπά περισσότερο από μας;
...............................................
Και ξέσπασε το σύννεφο που ήρθε από τη δύση:
Νεροποντή από σίδερο κι από γαμψό ατσάλι
σάλαγος, ουρλιαχτά κι αστροπελέκια
ρουκετοβόλα άγριου θυμού
βόμβες από φωτιά και μίσος
γύπες πελώριοι, αιμοβόροι
τιμώρησαν την τσίτσιδη και πεινασμένη Αθήνα
πούχε στραμένα προς εσέ της αγωνίας τα μάτια
ως τη στιγμή που οι γέφυρες
μια και κόπηκαν όλες.
Κι απόμεινες σταυραϊτός
στης Ρούμελης το σταυροδρόμι
αγρίμι πικρής περήφανης γενιάς
όλος παράπονο και πείσμα,
με τ' όνομα σου γραμμένο σε τόσο χιόνι.
Όχι, δεν μας νικήσαν, Καπετάνιο!
Κι αν λείψαμε δεν μας νικήσαν.
Καλάμια ήταν και σπάσανε απ' τον πολύν αγέρα
καλάμια και τα κάνανε ντουφέκια τα παιδάκια
[-70-]
λεβέτι εμάς είν η καρδιά χαλκωματένιο
βράζει ο θυμός της χύνετ' όξω
γύφτου θυμός που ζεματάει σαν λάβα!
Όχι, δεν σε νικήσαν, Καπετάνιο!
Εσύ τ' αγρίμια έχεις συντρόφους
την ερημιά αγαπητικιά
τη φρόνηση όπλο.
Ας σούμεινε ένα βόλι μοναχά
το τελευταίο -
συ το χαϊδεύεις τρυφερά
γιατί το μελετάς για την καρδιά σου.
Σιωπή, παιδιά, βρουχάται ο καπετάνιος:
Αδέρφια
πάρτε το θάνατό μου και πιστέψτε με
τι άλλο περισσότερο να δώσω θα μπορούσα;
Πάρετε αντίλαλοι κατρακυλήστε την κραυγή μου
να δώσω το «παρών» μέσα σε τόση δυστυχία
ένα σταυρό να ζητιανέψω από τα δάση,
τώρα που είμαι έτοιμος να δρασκελίσω
μ' ένα μου πήδημα στην Ιστορία.
Το μαύρο σκούφο μου ζεστό
ο άνεμος ας το κληρονομήσει
τ' άσπρο μαντήλι μου η μάνα μου που με προσμένει
προσέξτε
σε κόμπο τρίδιπλο της έχω κλείσει το φιλί μου...
[-71-]
Σβάρνισες όλα τα βουνίσια χώματα
πικρό βοτάνι ζήταγες να σε παρηγορήσει
τραβούσες για το μνήμα σου αρματωμένος
δίχως υποταγή, δίχως θυμό
και μόνος
παρατημένος από τους συντρόφους
τριγυρισμένος από κεραυνούς
που στα βουνά μονομαχούσαν
σπάζοντας τα σπαθιά τους στις πλαγιές
και βούλιαζαν βαριά τα σύννεφα μέσ' στα φαράγγια
ζητώντας να σε σύρουνε μαζί τους.
Μονάχα ο γέρο Παρνασσός ,
χιόνι καινούργιο παντού σούστρωνε
για να ξαπλώσεις.
Μονάχα ο ουρανός ήταν ψηλότερά σου,
και συ με τ' άστρο σου φαρί κινούσες να τον φτάσεις
μια ώρα αρχύτερα το σύνορο να δρασκελίσεις,
για μας τους ποιητές Βελερεφόντης
μα για το πλήθος βουρκωμένος Ιησούς
στο δείπνο της Μεγάλης Πέμπτης
θεονήστικος
και το ποτήρι σου ξεχειλισμένο από φαρμάκι.
Μα εκεί που πας
ένα ποτάμι είν' από γάλα
μια βρύση μέλι για την πίκρα
παχιά λειβάδια λησμονιάς
στρώματα με υπνοβότανα
και μαξιλάρια πουπουλένια...
[-72-]
Κάτω απ' το λυκοτόμαρο του Καπετάνιου
σφίγγεται ένα παιδάκι να μην κλάψει
ψάξτε μέσα στα μάτια του και θα το βρείτε,
καθώς κυττά τη δράκα που άναψαν
οι τελευταίοι πιστοί του:
Φεγγαράκι μου λαμπρό
φέγγε μου να περπατώ...
Θα πάω ν' ανταμώσω τους εχτρούς μας
με το βιβλίο στα χέρια μου που μ' έμαθε
να συλλαβίζω
με τον περήφανο αετό στις κάλτσες μου
και με το κυπαρίσι μου
γεμάτο αγερικές σφυρίχτρες!
Μητέρα ρουμελιώτισα -
να το ποτίζεις ζάχαρη και μόσκο...
Σφούγγισε, σύντροφε, τα δάκρυά σου
τρυπούνε το μανδύα σου σαν βόλια!
Πούναι οι άλλοι;
Σκόρπισαν σαν τα φύλλα απ' το πλατάνι
και τ' άλογό μου καρτερά να το χαϊδέψω.
Εμπρός, λοιπόν, αφού το θέλουν!
τη χλόη θα τους δείξω του στήθους μου
που δεν πατήθηκε από κανένα!
Γιουρούσι από σίδερο, φωτιά κι ατσάλι
ασκέρι οι γιούδες
κοπάδια φονικά ξένα πουλιά
[—73—]
παγάνες για τη ρωμέικη λεβεντιά
παγάνες για την αποκοτιά της
βουή μεγάλη στα πρόθυρα του κάμπου:
Καπετάνιο,
δεν επροσκύνησες και θα τιμωρηθείς.
Το τσοπανόπουλο της Θεσσαλίας τώρα σε γνωρίζει
βουβό κοιτάζει όπου πατάς και δεν πιστεύει
στο κουκουνάρι της καρδιάς του
διπλοσφαλνά το ένδοξο ηλιοβασίλεμά σου
λυπητερό σαν του Χριστού μέσ' στον ελιώνα.
- Έλα στη στρούγκα, καπετάνιο
θα λύσω τα κορδόνια σου που σε πονούνε
προβιές θα στρώσω να πλαγιάσεις μαλακά
έχω να φας ψωμί από σίκαλη
χλωρό τυρί
έλα -
θέλω να μάθει ο κύρης μου στον κάμπο
πως εκουβέντιασα μαζύ σου.
......................................
Τι κουρνιαχτός στα μάτια μας τι χαλασμός στα δέντρα
τον Καπετάνιο πιάσανε μονάχο σε μια ράχη
χίλιοι τον πάνε από μπροστά και δυο χιλιάδες πίσω
κι ο καπετάνιος πρόφταξε τους έφυγε απ' τα χέρια
βγάζει μια μπόμπα την πετά χαλιέται μοναχός του
σπάζει η καρδιά του κόκκινο βάφει τον κόσμο γύρα
[-74-]
απ' το κακό τους οι εχτροί του πήραν το κεφάλι
οι φτονεροί το χάλασαν έμοιαζε τ' Άη Γιάννη.
Και κει που το παιδεύανε κι αυτό χαμογελούσε
αετός αντάρτης χύμηξε τότε και τους το πήρε
στα νύχια του το ζύγισε και τούδωκε τ' αψήλου
βουνό βουνό το πάγαινε μην το μολέψει ο κάμπος
ως που πετώντας χάθηκε στις γαλανές κορφάδες.
Δεκέμβρης 1946
[-75-]
Πηγή: Λευτέρης Αποστόλου, «Ο Άρης Βελουχιώτης όπως τον γνώρισα 1923-1944», Σελ.63-75
Μπάμπης Δ. Κλάρας: ΑΔΕΡΦΕ ΜΟΥ (1983)
Σ' άφησα αδερφέ μου ανυπεράσπιστον
και σου πετάξανε τη λάσπη
στο πάναγνο το πρόσωπό σου
μικροί, δειλοί και άναντροι
του τάφου σου οι ιερόσυλοι.
Στους σκύλους ρίξαν τη σεπτή σου κάρα
βορά των γερακιών το τίμιο σου κορμί
άταφος κι ανομάτιστος
ο μέγας ονοματισμένος
στου φαραγγιού το βάθος.
Όμως
τι κι αν δεν έχεις τάφο, αδερφέ μου.
Όπου γη και τάφος
για τους αντρειωμένους.
Όπου γη και βάθρο της ζωής
της ψυχής πλαστουργέ.
Τι κι αν πετούν τη λάσπη;
Λεκιάζουν ποτέ οι ψυχές;
Μπάμπης Δ. Κλάρας (1983)
Πηγή: Λευτέρης Αποστόλου, «Ο Άρης Βελουχιώτης όπως τον γνώρισα 1923-1944», Σελ.77
Σάββατο 6 Μαρτίου 2010
Αυτούς τους έχω βαρεθεί / σιχαθεί
George Grosz: «Στυλοβάτες της κοινωνίας» /(The Pillars of Society), 1926.Αυτούς τους έχω βαρεθεί
Στίχοι: Wolf Biermann μετάφρ. Δημοσθένης Κούρτοβικ
Μουσική: Μικρούτσικος Θάνος
Πρώτη εκτέλεση: Μαρία Δημητριάδη
Τις κρύες γυναίκες που με χαϊδεύουν,
τους ψευτοφίλους που με κολακεύουν,
που απ' τους άλλους θεν παλικαριά
κι οι ίδιοι όλο λερώνουν τα βρακιά,
σ' αυτήν την πόλη που στα δυο έχει σκιστεί,
τους έχω βαρεθεί.
Και πέστε μου αξίζει μια πεντάρα,
των γραφειοκρατών η φάρα,
στήνει με ζήλο περισσό,
στο σβέρκο του λαού χορό,
στης ιστορίας τον χοντρό το κινητή,
την έχω σιχαθεί.
Και τι θα χάναμε χωρίς αυτούς όλους,
τους γερμανούς τους προφεσόρους,
που καλύτερα θα ξέρανε πολλά,
αν δεν γεμίζαν ολοένα την κοιλιά,
υπαλληλίσκοι φοβητσιάρηδες, δούλοι παχιοί,
τους έχω βαρεθεί.
Κι οι δάσκαλοι της νεολαίας γδαρτάδες,
κόβουν στα μέτρα τους τους μαθητάδες,
κάθε σημαίας πλαισιώνουν τους ιστούς,
με ιδεώδεις υποτακτικούς,
που είναι στο μυαλό νωθροί,
μα υπακοή έχουν περισσή,
τους έχω βαρεθεί.
Κι ο παροιμιώδης μέσος ανθρωπάκος,
κέρδος ποτέ μα από παθήματα χορτάτος,
που συνηθίζει στην κάθε βρωμιά,
αρκεί να έχει γεμάτο τον ντορβά
κι επαναστάσεις στ' όνειρά του αναζητεί,
τον έχω βαρεθεί.
Κι οι ποιητές με χέρι υγρό,
υμνούνε της πατρίδας τον χαμό,
κάνουν με θέρμη τα στοιχειά στιχάκια,
με τους σοφούς του κράτους τα 'χουνε πλακάκια,
σαν χέλια γλοιώδικα έχουν πουληθεί,
τους έχω σιχαθεί.
Κυριακή 24 Μαΐου 2009
Σάββατο 2 Μαΐου 2009
ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ: ΚΑΠΝΙΣΜΕΝΟ ΤΣΟΥΚΑΛΙ
ΚΑΠΝΙΣΜΕΝΟ ΤΣΟΥΚΑΛΙ
ΕΙΤΑΝ μακρύς ο δρόμος ως εδώ. Πολύ μακρύς, αδελφέ μου.
Οι χειροπέδες βάραιναν τα χέρια. Τα βράδια
που ο μικρός γλόμπος κουνούσε το κεφάλι του λέγοντας «πέ-
ρασε η ώρα»
εμείς διαβάζαμε την ιστορία του κόσμου σε μικρά ονόματα
σε κάποιες χρονολογίες σκαλισμένες με το νύχι στους τοίχους
των φυλακών
σε κάτι παιδιάστικα σχέδια των μελλοθανάτων
— μια καρδιά, ένα τόξο, ένα καράβι πούσκιζε σίγουρα το
χρόνο,
σε κάποιους στίχους που έμειναν στη μέση για να τους τε-
λειώσουμε
σε κάποιους στίχους που τελειώσαν για να μην τελειώσουμε.
Είταν μακρύς ο δρόμος ως εδώ — δύσκολος δρόμος.
Τώρα είναι δικός σου αυτός ο δρόμος. Τον κρατάς
όπως κρατάς το χέρι του φίλου σου και μετράς το σφυγμό
του
7
πάνου σε τούτο το σημάδι που άφησαν οι χειροπέδες.
Κανονικός σφυγμός. Σίγουρο χέρι.
Κανονικός σφυγμός. Σίγουρος δρόμος.
ΔΙΠΛΑ σου αυτός ο ανάπηρος πριν κοιμηθεί βγάζει το πό-
δι του
τ' αφήνει στη γωνιά — ένα κούφιο ξύλινο πόδι —
πρέπει να το γεμίσεις όπως γεμίζεις τη γλάστρα με χώμα
να φυτέψεις λουλούδια
όπως γεμίζει το σκοτάδι με αστέρια
όπως γεμίζει λίγο-λίγο h φτώχεια στοχασμό κι αγάπη.
Τόχουμε απόφαση, μια μέρα όλοι οι άνθρωποι νάχουνε δυο
πόδια
ένα χαρούμενο γεφύρι από μάτια σε μάτια
από καρδιά σε καρδιά. Γι’ αυτό όπου καθήσεις
ανάμεσα στα τσουβάλια του καταστρώματος φεύγοντας για
την εξορία
πίσω απ' τα σίδερα του τμήματος μεταγωγών
κοντά στο θάνατο που δε λέει «αύριο»
ανάμεσα σε χιλιάδες δεκανίκια από πικρά σακατεμένα χρό-
νια,
εσύ λες «αύριο» και κάθεσαι ήσυχος και βέβαιος
όπως κάθεται ένας δίκαιος άνθρωπος αντίκρυ στους ανθρώ-
πους.
8
ΑΥΤΑ τα κόκκινα σημάδια στους τοίχους μπορεί νάναι κι
από αίμα
— όλο το κόκκινο στις μέρες μας είναι αίμα —
μπορεί νάναι κι απ' το λιόγερμα που χτυπάει στον απέναντι
τοίχο.
Κάθε δείλι τα πράγματα κοκκινίζουν πριν σβήσουν
κι ο θάνατος είναι πιο κοντά. Έξω απ' τα κάγκελα
είναι οι φωνές των παιδιών και το σφύριγμα του τραίνου.
Τότε τα κελλιά γίνονται πιο στενά
και πρέπει να σκεφτείς το φως σ' έναν κάμπο με στάχυα
και το ψωμί στο τραπέζι των φτωχών
και τις μητέρες να χαμογελάνε στα παράθυρα
για να βρεις λίγο χώρο ν' απλώσεις τα πόδια σου.
Κείνες τις ώρες σφίγγεις το χέρι του συντρόφου σου,
γίνεται μια σιωπή γεμάτη δέντρα
το τσιγάρο κομμένο στη μέση γυρίζει από στόμα σε στόμα
όπως ένα φανάρι που ψάχνει το δάσος — βρίσκουμε τη φλέβα
πού φτάνει στην καρδιά της άνοιξης. Χαμογελάμε.
ΧΑΜΟΓΕΛΑΜΕ κατά μέσα. Αυτό το χαμόγελο το κρύ-
βουμε τώρα.
Παράνομο χαμόγελο — όπως παράνομος έγινε κι ο ήλιος
παράνομη κ' η αλήθεια. Κρύβουμε το χαμόγελο
9
όπως κρύβουμε στην τσέπη μας τη φωτογραφία της αγα-
πημένης μας
όπως κρύβουμε την ιδέα της λευτεριάς ανάμεσα στα δυο
φύλλα της καρδιάς μας.
Όλοι εδώ πέρα έχουμε έναν ουρανό και το ίδιο χαμόγελο.
Αύριο μπορεί να μας σκοτώσουν. Αυτό το χαμόγελο
κι αυτόν τον ουρανό δεν μπορούν να μας τα πάρουν.
ΞΕΡΟΥΜΕ πως ο ίσκιος μας θα μείνει πάνου στα χωράφια
πάνου στην πλίθινη μάντρα του φτωχόσπιτου
πάνου στους τοίχους των μεγάλων σπιτιών πού θα χτίζονται
αύριο
πάνου στην ποδιά της μητέρας πού καθαρίζει φρέσκα φα-
σολάκια
στη δροσερήν αυλόπορτα. Το ξέρουμε.
Ευλογημένη ας είναι η πίκρα μας.
Ευλογημένη η αδελφοσύνη μας.
Ευλογημένος ο κόσμος που γεννιέται.
ΚΑΠΟΤΕΣ είμαστε πολύ περήφανοι, αδελφέ μου,
γιατί δεν είμαστε καθόλου σίγουροι.
Μεγάλα λόγια λέγαμε
πολλά χρυσά γαλόνια βάζαμε στο μπράτσο του στίχου μας
10
ένα ψηλό λοφίο ανέμιζε στο μέτωπο του τραγουδιού μας
κάναμε θόρυβο — φοβόμαστε, γι' αυτό κάναμε θόρυβο
σκεπάζαμε το φόβο μας με τη φωνή μας
χτυπούσαμε τα τακούνια μας στο πεζοδρόμιο
ανοιχτές δρασκελιές, καμπανιστές
όπως κείνες οι παρελάσεις με τ' άδεια κανόνια
πού τις κοιτάν οι άνθρωποι απ' τα πορτοπαράθυρα
και που κανείς δεν τις χειροκροτάει.
ΤΟΤΕΣ βγάζαν λόγους στις ξύλινες εξέδρες, στα μπαλκόνια,
φώναζαν τα ραδιόφωνα, ξανάλεγαν τους λόγους,
πίσω άπ' τις σημαίες κρυβόταν ο φόβος
μέσα στα τύμπανα αγρυπνούσαν οι σκοτωμένοι
κανείς δεν καταλάβαινε τι γινόταν
οι σάλπιγγες μπορεί να δίναν το ρυθμό στα βήματα
δε δίναν το ρυθμό στην καρδιά. Ψάχναμε το ρυθμό.
Οι αντιφεγγιές άπ' τα όπλα και τα τζάμια κάτι δίναν στα
μάτια μια στιγμή — τίποτ' άλλο?
ύστερα κανένας δε θυμόταν λέξη, δε θυμόταν πρόσωπο και
ήχο.
Το βράδι όταν σβήναν τα φώτα κ' έσερνε ο αγέρας στους
δρόμους τις χάρτινες σημαιούλες
κ' η βαρειά σκιά ενός οδοστρωτήρα έμενε στην πόρτα
εμείς αγρυπνούσαμε
μαζεύαμε τη σκόρπια βουή των δρόμων
11
μαζεύαμε τα σκόρπια βήματα
βρίσκαμε το ρυθμό, την καρδιά, τη σημαία.
ΚΑΙ να, αδελφέ μου, που μάθαμε να κουβεντιάζουμε
ήσυχα-ήσυχα κι απλά.
Καταλαβαινόμαστε τώρα — δε χρειάζονται περισσότερα.
Κι αύριο λέω θα γίνουμε ακόμα πιο απλοί
θα βρούμε αυτά τα λόγια που παίρνουν το ίδιο βάρος σ' όλες
τις καρδιές, σ' όλα τα χείλη
έτσι να λέμε πια τα σύκα: σύκα, και τη σκάφη: σκάφη,
κ' έτσι που να χαμογελάνε οι άλλοι και να λένε: «τέτοια
ποιήματα
σου φτιάχνουμε εκατό την ώρα». Αυτό θέλουμε και μεις.
Γιατί εμείς δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε, αδελφέ
μου, απ' τον κόσμο
εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο.
ΛΟΙΠΟΝ δεν είναι ανάγκη να φωνάξω για να με πιστέψουν,
να πουν: «όποιος φωνάζει έχει το δίκιο».
Εμείς το δίκιο τόχουμε μαζί μας και το ξέρουμε
κι όσο σιγά κι αν σου μιλήσω, ξέρω πώς θα με πιστέψεις —
συνηθίσαμε στη σιγανή κουβέντα στα κρατητήρια, στις συ-
νεδριάσεις, στη συνωμοτική δουλειά της κατοχής
12
συνηθίσαμε στα μικρά σταράτα λόγια πάνου άπ' το φόβο
και πάνου άπ' τον πόνο
ήμερα, ώρα, σύνθημα στις τρομερές, μουγγές γωνιές της
νύχτας
στις διασταυρώσεις του χρόνου που μια στιγμή τις φώτιζε
ο προβολέας του μέλλοντος —
βιαστικά λόγια, μια μικρή περίληψη της ζωής, τα κύρια
σημεία μονάχα
γραμμένα στο κουτί των τσιγάρων, ή σ' ένα τόσο δα χαρτί
κρυμμένο στο παπούτσι, ή στο στρίφωμα του σακκακιού μας,
ένα μικρό χαρτί σαν ένα μεγάλο γεφύρι πάνου άπ' το θάνατο.
Α, βέβαια, όλα τούτα θα πουν δεν είναι τίποτα.
Όμως εσύ, αδελφέ μου, ξέρεις πώς από τούτα τ' απλά λόγια
από τούτες τις απλές πράξεις, από τούτα τα απλά τραγούδια
μεγαλώνει το μπόι της ζωής, μεγαλώνει ο κόσμος, μεγα-
λώνουμε.
ΚΙ ΟΧΙ να πείτε πούκανα και τίποτα σπουδαίο
μόνο που πέρασα κι ακούμπησα στον ίδιο τοίχο που ακουμ-
πήσατε, συντρόφια μου,
μόνο που διάβασα στα τμήματα μεταγωγών τα ονόματα
των ηρώων και των μαρτύρων μας
μόνο που φόρεσα τις ίδιες χειροπέδες που φορέσατε
μόνο που πόνεσα μαζί σας κι ονειρεύτηκα μαζί σας
μόνο που σε βρήκα και με βρήκες, σύντροφε.
13
Ο μπάρμπα-Χρίστος έχτισε το φούρνο του στρατοπέδου.
Είχα σταθεί και κοίταζα τα σίγουρα γεροντικά του χέρια
τούτα τ' απλά, σοφά, συντροφικά του χέρια —
ώρα την ώρα ο φούρνος ψήλωνε
ψήλωνε ο κόσμος
ψήλωνε η αγάπη
κι όταν γεύτηκα το πρώτο κομμάτι άπ' το ζεστό καρβέλι
μας
μ' αύτη τη γεύση πήρα μέσα μου
κάτι απ' τα σοφά χέρια του γέρο-χτίστη
κάτι απ' το ήσυχο χαμόγελό του που δε ζητάει ανταπόδοση
κάτι απ' τα χέρια όλων των συντρόφων που ζυμώνουν το
ψωμί του κόσμου
εκείνη τη γαλήνια σιγουριά του ανθρώπου
που φτιάχνει ωφέλιμα κι απαραίτητα πράματα.
ΎΣΤΕΡΑ μάθαμε πολύ περισσότερα, μα αν θα καθόμουν
να σας τα ιστορήσω όλα
δε θα τέλειωνε ποτέ το τραγούδι μου
όπως ποτέ δεν τελειώνει η αγάπη μας, η ζωή, ο ήλιος.
Κ' έρχομαι μονάχα να σ' αγκαλιάσω και να κλάψω, αδελφέ
μου,
όπως ο ερωτευμένος που γυρνάει από χρόνια στην καλή του
και μ' ένα του φιλί της λέει όλα τα χρόνια που περίμενε
κι όλα τα χρόνια που τους περιμένουν πέρα απ' το φιλί τους.
14
ΕΜΕΙΣ ώρες πολλές κοιτάξαμε το ίδιο σημάδι
πολλές ζωές το ψάξαμε τούτο το σημάδι
ως να του εμπιστευτούμε την καρδιά μας και τα χέρια μας.
Κι αυτό που το κοιτάξανε χιλιάδες πονεμένοι ανθρώποι
παίρνει κάτι απ' τα μάτια μας κι απ' το σμίξιμο των ματιών
μας
και μεγαλώνει, μεγαλώνει, μεγαλώνει,
όπως το ζυμάρι στη σκάφη, το δέντρο στον ήλιο, η ελπίδα
στην καρδιά μας.
Και τ' άλλα πάλι, τα πολύ μεγάλα, τ' άπιαστα κι αθώρητα
απ' το πολύ που τα κοιτάξαμε μαζί και τ' αγαπήσαμε μαζί
έγιναν πια δικά μας, ένα με μας, τάχουμε δίπλα μας
σαν την αλατιέρα, σαν το πιρούνι, σαν το πιάτο
και τώρα το ίδιο απλά και γκαρδιακά κοιτάζουμε ένα φύλλο
ή ένα αστέρι
την πέτρα όπου καθόμαστε ή τα ψηλά φουγάρα του μέλλοντος.
Η ΚΑΡΔΙΑ μου σήμερα δε μοιάζει με κανένα σύγνεφο
χρυσό που λαμπαδιάζει στο λιόγερμα
μήτε με κανέναν άγγελο που στρώνει το τραπέζι μες στα
δέντρα του Παράδεισου
τινάζοντας με τ' άσπρα του φτερά τα ψίχουλα των άστρων
απ' τις γενειάδες των παλιών Αγίων.
15
Τίποτα τέτοιο. Η καρδιά μου είναι τώρα ένα φαρδύ χωμα-
τένιο τσουκάλι
που μπήκε πολλές φορές στη φωτιά
που μαγέρεψε χιλιάδες φορές για τους φτωχούς
για τους ξωμάχους, για τους περατάρηδες
για τους εργάτες και για τις πικρές μανάδες τους
για τον πεινασμένον ήλιο, για τον κόσμο — ναι, για όλο τον
κόσμο
— ένα φτωχό, καπνισμένο, μαυρισμένο τσουκάλι που κάνει
καλά τη δουλειά του
που βράζει άγρια ραδίκια του βουνού κι αριά και που κάνα
κοψίδι κρέας
κι από κάτου συδαυλίζουν τη φωτιά τα πεινασμένα αδέρφια
μου
— καθένας βάζει και το ξύλο του
καθένας καρτεράει το μερτικό του.
Κάθονται γύρω-γύρω μαζί με τ' αρνιά και τα γελάδια
όπως καθόσαστε τώρα εσείς τριγύρω μου
μιλάνε για τον καιρό, για τη σπορά, για τη σοδειά
μιλάνε για τη βροχή, για τον ήλιο, για την ειρήνη
για κείνο το σημάδι που όλο και περισσότερα μάτια το κοι-
τάζουν
για κείνο το άστρο που δε σβήνει με κανέναν άνεμο
κ' οι πεθαμένοι μαζεύονται γύρω απ' την τάβλα μας
και περιμένουν κι αυτοί το μερτικό τους.
16
Και τούτο το τσουκάλι βράζει, βράζει τραγουδώντας.
ΤΟΥΤΕΣ τις μέρες ο άνεμος μας κυνηγάει.
Γύρω σε κάθε βλέμμα το συρματόπλεγμα
γύρω στην καρδιά μας το συρματόπλεγμα
γύρω στην ελπίδα το συρματόπλεγμα. Πολύ κρύο εφέτος.
Πιο κοντά. Πιο κοντά. Μουσκεμένα χιλιόμετρα μαζεύονται
γύρω τους.
Μέσα στις τσέπες του παλιού πανωφοριού τους
έχουν μικρά τζάκια να ζεσταίνουν τα παιδιά.
Κάθονται στον πάγκο κι αχνίζουν απ' τη βροχή και την
απόσταση.
Η ανάσα τους είναι ο καπνός ενός τραίνου που πάει μακριά,
πολύ μακριά. Κουβεντιάζουν
και τότε η ξεβαμμένη πόρτα της κάμαρας γίνεται σα μητέρα
που σταυρώνει τα χέρια της κι ακούει.
Κι ακούω και γω και παίρνω κι αυγαταίνω —
ρίχνω και γω καμμιά κουβέντα που και που
όπως ρίχνουμε ένα ξύλο στη φωτιά —
φουντώνει η φλόγα, γίνεται πιότερο το φώ — ξύλο το ξύλο —
κοκκινίζουν οι τοίχοι, αποτραβιέται ο άνεμος, τρίζει το
παραθυρόφυλλο
17
ακούγεται έξω κάποιο γαϊδουράκι που βόσκει ακόμα στο
γρασίδι
και το σκυλί κάθεται ήσυχο μπροστά στα πόδια των πεθα-
μένων.
Όλοι περιμένουμε να ξημερώσει.
ΕΠΕΣΕ ο άνεμος. Σιωπή. Στη γωνιά της κάμαρας
ένα αλέτρι συλλογισμένο — περιμένει τ' όργωμα.
Ακούγεται πιο καθαρά το νερό που κοχλάζει στο τσουκάλι.
Αυτοί που περιμένουν στον ξύλινο πάγκο
είναι οι φτωχοί, οι δικοί μας, οι δυνατοί
είναι οι ξωμάχοι, οι σπουδαστές κ' οι προλετάριοι
— κάθε τους λέξη είναι ένα ποτήρι κρασί
μια γωνιά μαύρο ψωμί
ένα δέντρο πλάϊ στο βράχο
ένα παράθυρο ανοιχτό στη λιακάδα.
Είναι οι δικοί μας Χριστοί, οι δικοί μας Άγιοι.
Τα χοντρά τους παπούτσια είναι σα βαγόνια με κάρβουνο
τα χέρια τους είναι η σιγουριά —
αργασμένα χέρια, σκληρά χέρια, ροζιασμένα
με φαγωμένα νύχια, με άγριες τρίχες
με το μεγάλο δάχτυλο φαρδύ όσο η ιστορία του ανθρώπου
με τη φαρδειά σπιθαμή σα γιοφύρι πάνου απ' το γκρεμό.
18
Τα δαχτυλικά τους αποτυπώματα δεν είναι μονάχα στα μη-
τρώα των φυλακών
φυλάγονται στα αρχεία της ιστορίας,
τα δαχτυλικά τους αποτυπώματα είναι οι πυκνές σιδηρο-
δρομικές γραμμές
που διασχίζουν το μέλλον. Κ' η καρδιά μου εμένα
τίποτα πιότερο, συντρόφια μου, ένα πήλινο μαυρισμένο
τσουκάλι
που κάνει καλά τη δουλειά του —·τίποτ' άλλο. Γεια σας
σύντροφοι.
ΛΟΙΠΟΝ, παιδιά μου, συλλογιέμαι τώρα σαν τον παππού
που λέει παραμύθια
(και μη θυμώνετε που σας λέω «παιδιά μου»,
μόνο στα χρόνια μπορεί νάμαι πιο μεγάλος
σε τίποτ' άλλο,
κι αύριο θα με πείτε εσείς: «παιδί μου», και γω δε θα θυ-
μώνω
γιατί όσο θάναι νιότη μες στον κόσμο θάμαι νέος,
και να με λέτε: «παιδί μου», παιδιά μου) —
λοιπόν, παιδιά μου, συλλογιέμαι τώρα
να βρω μια λέξη να ταιριάζει στο μπόϊ της λευτεριάς
μήτε πιο ψηλή, μήτε πιο κοντή
— το περίσσιο είναι ψεύτικο
το λιγοστό είναι ντροπαλό,
και γω δεν τόχω σκοπό να καμαρώσω
19
για τίποτα πιότερο, για τίποτα, λιγότερο από άνθρωπος.
Θα βρούμε το τραγούδι μας. Καλά πάμε. Τί λες και συ,
σύντροφε;
Καλά, καλά.
Βράσανε τα ραδίκια. Λιγοστό το λάδι. Δεν πειράζει.
Περσεύει η όρεξη κ' η καρδιά. Είναι ώρα.
ΕΔΩ είναι φως αδερφικό — απλά τα χέρια και τα μάτια.
Εδώ δεν είναι νάμαι εγώ πάνω από σένα ή εσύ πάνω από
μένα.
Εδώ είναι νάναι ο καθένας μας πάνω απ' τον εαυτό του.
Εδώ είναι ένα φως αδερφικό που τρέχει σαν ποτάμι δίπλα
στο μεγάλο τοίχο.
Αυτό το ποτάμι το ακούμε ως και μέσα στον ύπνο μας.
Κι όταν κοιμόμαστε τόνα μας χέρι κρεμασμένο απ' όξω απ'
την κουβέρτα
βρέχεται μέσα σε τούτο το ποτάμι.
Φτάνει με δυο σταγόνες μόνο από τούτο το νερό να ραντίσεις
το πρόσωπο του εφιάλτη, και χάνεται καπνός πίσω απ' τα
δέντρα.
Κι ο θάνατος δεν είναι παρά ένα φύλλο που έπεσε για να θρέ-
ψει ένα φύλλο που ανεβαίνει.
20
ΤΩΡΑ το δέντρο σε κοιτάει κατάματα μες απ' τα φύλλα του
η ρίζα σου δείχνει όλο το δρόμο της
εσύ κοιτάς κατάματα τον κόσμο —δεν έχεις τίποτα να κρύ-
ψεις.
Τα χέρια σου είναι καθαρά, πλυμένα με το χοντρό σαπούνι
του ήλιου
τα χέρια σου τ' αφήνεις στο συντροφικό τραπέζι ξέσκεπα
τα εμπιστεύεσαι στα χέρια των συντρόφων σου.
Η κίνησή τους είναι απλή, γεμάτη ακρίβεια.
Κι όταν ακόμη βγάζεις μια τρίχα απ' το σακκάκι του φίλου
σου
είναι σα να βγάζεις ένα φύλλο απ' το ημερολόγιο
επιταχύνοντας το ρυθμό του κόσμου.
Μ' όλο που το ξέρεις πως έχεις ακόμη να κλάψεις πολύ
ώσπου να μάθεις τον κόσμο να γελάει.
ΈΝΑ τσουκάλι λοιπόν. Τίποτ' άλλο.
Πήλινο, μαυρισμένο τσουκάλι,
βράζοντας, βράζοντας και τραγουδώντας,
βράζοντας πάνω στου ήλιου τη φωτιά και τραγουδώντας.
ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΙ ΛΗΜΝΟΥ,
Δεκέμβριος 1948 - Φεβρουάριος 1949
21
Τετάρτη 25 Μαρτίου 2009
ΑΡΗΣ ΒΕΛΟΥΧΙΩΤΗΣ: ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
ΑΡΗΣ ΒΕΛΟΥΧΙΩΤΗΣ: ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Πηγή: Πάνου Λάγδα, «ΑΡΗΣ ΒΕΛΟΥΧΙΩΤΗΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ», Σελ. 59-61 (Τόμος Α')

Φωτογραφία του Άρη Βελουχιώτη με τον πρώτο μαύρο σκούφο που καθιέρωσε στην προσωπική του φρουρά μετά την εξόντωση των λεγεωνάριων του Διαμάντε, οργάνων των Ιταλών καταχτητών. (Διανέμονταν στο εξωτερικό μαζί με το κείμενο που δημοσιεύεται φωτοτυπημένο στην επόμενη σελίδα).
His real name is Athanasios Claras. He was born in Lamia in 1905 and is the son of a well to do lawyer. His family has a long tradition of struggles for liberty. His great grand-father, Andreas Claras, fought during the war of independence in 1821. His mother's grand-father fought at Messolonghi against the Turks under Lord Byron's command.
Athanasios Claras studied agriculture. His father offered him his farm to qultivate, as well as the management of an oil and soap factory. Athanasios refused the offer saying: «If I become wealthy, I shall not be able to feel the poor man's misery».
After serving in the army he became an active champion of democracy. He was repetedly imprisoned during Metaxas dictatorship. During the invasion of Greece in 1940, he fought in the Macedonian front against the Germans.
After the invasion, he started organising guerrilla bands under the name of Aris Velouhiotis. He campained through Roumeli and Thessaly preaching armed resistance. In May 1942 he went to the mountains accompanied by only two andartes. A few days later, at the head of ten andartes, he punished the landowner Maratheas who had delivered some peasants to the Italians. He disarmed a gendarmery scotion which had been collaborating with the invaders and thus succeeded in arming twenty six men whom he led against an Italian post on Mount Ghiona. This band exterminated 43 Italians, took their armament and thus the number of Aris Velouhiotis andartes was increasing continuously.
Aris took a prominent part in the destruction of Gorgopotamos bridge, planned by the first British officers parachuted in autumn 1942.
Since then Aris Velouhiotis distinguished himself as a chief of andartes and animator of the resistance movement.
He became the most popular figure of the Hellenic struggle for liberty. His exploits against Germans and Italians have been the subject of many a popular song.
Aris is now the general "Kapitanios" of ELAS with the rank of major-general.

Φωτοτυπία πολυγραφημένου κειμένου για τον Άρη Βελουχιώτη, που κυκλοφορούσε στο εξωτερικό (στην Αίγυπτο κ.α.) κατά τη διάρκεια της γερμανοϊταλικής κατοχής στην Ελλάδα (η μετάφραση δημοσιεύεται στην επόμενη σελίδα).
Το πραγματικό του όνομα είναι Αθανάσιος Κλάρας. Γεννήθηκε στη Λαμία το 1905 και είναι γιος ενός εύπορου δικηγόρου. Η οικογένειά του έχει μακρόχρονη παράδοση αγώνων για την ελευθερία. Ο προσπάππος του Αντρέας Κλάρας αγωνίσθηκε στον πόλεμο της ανεξαρτησίας του 1821. Ο προσπάππος από τη μητέρα του πολέμησε στο Μεσολόγγι κατά των Τούρκων κάτω από τις διαταγές του Βύρωνα.
Ο Αθανάσιος Κλάρας σπούδασε γεωπόνος. Ο πατέρας του του πρόσφερε το κτήμα του για να το καλλιεργή, καθώς και τη διεύθυνση ενός ελαιοτριβείου και ενός σαπωνοποιείου. Ο Αθανάσιος αρνήθηκε την προσφορά λέγοντας: «Αν γίνω πλούσιος, δε θα μπορώ να νιώθω την αθλιότητα του φτωχού».
Μετά τη στρατιωτική του θητεία έγινε δραστήριος αγωνιστής για τη δημοκρατία. Φυλακίσθηκε επανειλημμένα κατά τη δικτατορία του Μεταξά. Στη διάρκεια της εισβολής στην Ελλάδα, το 1940, πολέμησε στη Μακεδονία κατά των Γερμανών.
Μετά την εισβολή άρχισε να οργανώνη ομάδες ανταρτών με το όνομα Άρης Βελουχιώτης. Διέσχισε τη Ρούμελη και τη Θεσσαλία κηρύσσοντας την ένοπλη αντίσταση. Το Μάϊο του 1942 ανέβηκε στο βουνό συνοδευόμενος μόνο από δυο αντάρτες. Ύστερα από λίγες ημέρες, επικεφαλής δέκα ανταρτών, τιμώρησε τον κτηματία Μαραθέα, που είχε παραδώσει μερικούς αγρότες στους Ιταλούς. Αφόπλισε μια ομάδα χωροφυλάκων που είχαν συνεργασθή με τους κατακτητές και έτσι κατόρθωσε να εξοπλίση 26 άντρες, που τους οδήγησε σε επίθεση εναντίον ενός ιταλικού φυλακίου στο βουνό Γκιώνα. Η ομάδα αυτή εξόντωσε 43 Ιταλούς, πήρε τον οπλισμό τους και έτσι ο αριθμός των ανταρτών του Άρη Βελουχιώτη μεγάλωνε αδιάκοπα.
Ο Άρης έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην καταστροφή της γέφυρας του Γοργοποτάμου, που σχεδιάσθηκε από τους πρώτους Βρετανούς αξιωματικούς που έπεσαν με αλεξίπτωτο το φθινόπωρο του 1942.
Από τότε ο Άρης έγινε αρχηγός των ανταρτών και εμψυχωτής του κινήματος αντίστασης.
Ο Άρης έγινε μια από τις πιο λαοφιλείς μορφές του ελληνικού αγώνα για την ελευθερία. Τα κατορθώματά του κατά των Γερμανών και των Ιταλών υμνήθηκαν από πολλά λαϊκά τραγούδια.
Ο Άρης είναι τώρα γενικός «καπετάνιος» του ΕΛΑΣ και έχει το βαθμό του υποστρατήγου.
(Μετάφραση του κειμένου της προηγούμενης σελίδας)
