Κυριακή 24 Μαΐου 2009
Σάββατο 2 Μαΐου 2009
ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ: ΚΑΠΝΙΣΜΕΝΟ ΤΣΟΥΚΑΛΙ
ΚΑΠΝΙΣΜΕΝΟ ΤΣΟΥΚΑΛΙ
ΕΙΤΑΝ μακρύς ο δρόμος ως εδώ. Πολύ μακρύς, αδελφέ μου.
Οι χειροπέδες βάραιναν τα χέρια. Τα βράδια
που ο μικρός γλόμπος κουνούσε το κεφάλι του λέγοντας «πέ-
ρασε η ώρα»
εμείς διαβάζαμε την ιστορία του κόσμου σε μικρά ονόματα
σε κάποιες χρονολογίες σκαλισμένες με το νύχι στους τοίχους
των φυλακών
σε κάτι παιδιάστικα σχέδια των μελλοθανάτων
— μια καρδιά, ένα τόξο, ένα καράβι πούσκιζε σίγουρα το
χρόνο,
σε κάποιους στίχους που έμειναν στη μέση για να τους τε-
λειώσουμε
σε κάποιους στίχους που τελειώσαν για να μην τελειώσουμε.
Είταν μακρύς ο δρόμος ως εδώ — δύσκολος δρόμος.
Τώρα είναι δικός σου αυτός ο δρόμος. Τον κρατάς
όπως κρατάς το χέρι του φίλου σου και μετράς το σφυγμό
του
7
πάνου σε τούτο το σημάδι που άφησαν οι χειροπέδες.
Κανονικός σφυγμός. Σίγουρο χέρι.
Κανονικός σφυγμός. Σίγουρος δρόμος.
ΔΙΠΛΑ σου αυτός ο ανάπηρος πριν κοιμηθεί βγάζει το πό-
δι του
τ' αφήνει στη γωνιά — ένα κούφιο ξύλινο πόδι —
πρέπει να το γεμίσεις όπως γεμίζεις τη γλάστρα με χώμα
να φυτέψεις λουλούδια
όπως γεμίζει το σκοτάδι με αστέρια
όπως γεμίζει λίγο-λίγο h φτώχεια στοχασμό κι αγάπη.
Τόχουμε απόφαση, μια μέρα όλοι οι άνθρωποι νάχουνε δυο
πόδια
ένα χαρούμενο γεφύρι από μάτια σε μάτια
από καρδιά σε καρδιά. Γι’ αυτό όπου καθήσεις
ανάμεσα στα τσουβάλια του καταστρώματος φεύγοντας για
την εξορία
πίσω απ' τα σίδερα του τμήματος μεταγωγών
κοντά στο θάνατο που δε λέει «αύριο»
ανάμεσα σε χιλιάδες δεκανίκια από πικρά σακατεμένα χρό-
νια,
εσύ λες «αύριο» και κάθεσαι ήσυχος και βέβαιος
όπως κάθεται ένας δίκαιος άνθρωπος αντίκρυ στους ανθρώ-
πους.
8
ΑΥΤΑ τα κόκκινα σημάδια στους τοίχους μπορεί νάναι κι
από αίμα
— όλο το κόκκινο στις μέρες μας είναι αίμα —
μπορεί νάναι κι απ' το λιόγερμα που χτυπάει στον απέναντι
τοίχο.
Κάθε δείλι τα πράγματα κοκκινίζουν πριν σβήσουν
κι ο θάνατος είναι πιο κοντά. Έξω απ' τα κάγκελα
είναι οι φωνές των παιδιών και το σφύριγμα του τραίνου.
Τότε τα κελλιά γίνονται πιο στενά
και πρέπει να σκεφτείς το φως σ' έναν κάμπο με στάχυα
και το ψωμί στο τραπέζι των φτωχών
και τις μητέρες να χαμογελάνε στα παράθυρα
για να βρεις λίγο χώρο ν' απλώσεις τα πόδια σου.
Κείνες τις ώρες σφίγγεις το χέρι του συντρόφου σου,
γίνεται μια σιωπή γεμάτη δέντρα
το τσιγάρο κομμένο στη μέση γυρίζει από στόμα σε στόμα
όπως ένα φανάρι που ψάχνει το δάσος — βρίσκουμε τη φλέβα
πού φτάνει στην καρδιά της άνοιξης. Χαμογελάμε.
ΧΑΜΟΓΕΛΑΜΕ κατά μέσα. Αυτό το χαμόγελο το κρύ-
βουμε τώρα.
Παράνομο χαμόγελο — όπως παράνομος έγινε κι ο ήλιος
παράνομη κ' η αλήθεια. Κρύβουμε το χαμόγελο
9
όπως κρύβουμε στην τσέπη μας τη φωτογραφία της αγα-
πημένης μας
όπως κρύβουμε την ιδέα της λευτεριάς ανάμεσα στα δυο
φύλλα της καρδιάς μας.
Όλοι εδώ πέρα έχουμε έναν ουρανό και το ίδιο χαμόγελο.
Αύριο μπορεί να μας σκοτώσουν. Αυτό το χαμόγελο
κι αυτόν τον ουρανό δεν μπορούν να μας τα πάρουν.
ΞΕΡΟΥΜΕ πως ο ίσκιος μας θα μείνει πάνου στα χωράφια
πάνου στην πλίθινη μάντρα του φτωχόσπιτου
πάνου στους τοίχους των μεγάλων σπιτιών πού θα χτίζονται
αύριο
πάνου στην ποδιά της μητέρας πού καθαρίζει φρέσκα φα-
σολάκια
στη δροσερήν αυλόπορτα. Το ξέρουμε.
Ευλογημένη ας είναι η πίκρα μας.
Ευλογημένη η αδελφοσύνη μας.
Ευλογημένος ο κόσμος που γεννιέται.
ΚΑΠΟΤΕΣ είμαστε πολύ περήφανοι, αδελφέ μου,
γιατί δεν είμαστε καθόλου σίγουροι.
Μεγάλα λόγια λέγαμε
πολλά χρυσά γαλόνια βάζαμε στο μπράτσο του στίχου μας
10
ένα ψηλό λοφίο ανέμιζε στο μέτωπο του τραγουδιού μας
κάναμε θόρυβο — φοβόμαστε, γι' αυτό κάναμε θόρυβο
σκεπάζαμε το φόβο μας με τη φωνή μας
χτυπούσαμε τα τακούνια μας στο πεζοδρόμιο
ανοιχτές δρασκελιές, καμπανιστές
όπως κείνες οι παρελάσεις με τ' άδεια κανόνια
πού τις κοιτάν οι άνθρωποι απ' τα πορτοπαράθυρα
και που κανείς δεν τις χειροκροτάει.
ΤΟΤΕΣ βγάζαν λόγους στις ξύλινες εξέδρες, στα μπαλκόνια,
φώναζαν τα ραδιόφωνα, ξανάλεγαν τους λόγους,
πίσω άπ' τις σημαίες κρυβόταν ο φόβος
μέσα στα τύμπανα αγρυπνούσαν οι σκοτωμένοι
κανείς δεν καταλάβαινε τι γινόταν
οι σάλπιγγες μπορεί να δίναν το ρυθμό στα βήματα
δε δίναν το ρυθμό στην καρδιά. Ψάχναμε το ρυθμό.
Οι αντιφεγγιές άπ' τα όπλα και τα τζάμια κάτι δίναν στα
μάτια μια στιγμή — τίποτ' άλλο?
ύστερα κανένας δε θυμόταν λέξη, δε θυμόταν πρόσωπο και
ήχο.
Το βράδι όταν σβήναν τα φώτα κ' έσερνε ο αγέρας στους
δρόμους τις χάρτινες σημαιούλες
κ' η βαρειά σκιά ενός οδοστρωτήρα έμενε στην πόρτα
εμείς αγρυπνούσαμε
μαζεύαμε τη σκόρπια βουή των δρόμων
11
μαζεύαμε τα σκόρπια βήματα
βρίσκαμε το ρυθμό, την καρδιά, τη σημαία.
ΚΑΙ να, αδελφέ μου, που μάθαμε να κουβεντιάζουμε
ήσυχα-ήσυχα κι απλά.
Καταλαβαινόμαστε τώρα — δε χρειάζονται περισσότερα.
Κι αύριο λέω θα γίνουμε ακόμα πιο απλοί
θα βρούμε αυτά τα λόγια που παίρνουν το ίδιο βάρος σ' όλες
τις καρδιές, σ' όλα τα χείλη
έτσι να λέμε πια τα σύκα: σύκα, και τη σκάφη: σκάφη,
κ' έτσι που να χαμογελάνε οι άλλοι και να λένε: «τέτοια
ποιήματα
σου φτιάχνουμε εκατό την ώρα». Αυτό θέλουμε και μεις.
Γιατί εμείς δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε, αδελφέ
μου, απ' τον κόσμο
εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο.
ΛΟΙΠΟΝ δεν είναι ανάγκη να φωνάξω για να με πιστέψουν,
να πουν: «όποιος φωνάζει έχει το δίκιο».
Εμείς το δίκιο τόχουμε μαζί μας και το ξέρουμε
κι όσο σιγά κι αν σου μιλήσω, ξέρω πώς θα με πιστέψεις —
συνηθίσαμε στη σιγανή κουβέντα στα κρατητήρια, στις συ-
νεδριάσεις, στη συνωμοτική δουλειά της κατοχής
12
συνηθίσαμε στα μικρά σταράτα λόγια πάνου άπ' το φόβο
και πάνου άπ' τον πόνο
ήμερα, ώρα, σύνθημα στις τρομερές, μουγγές γωνιές της
νύχτας
στις διασταυρώσεις του χρόνου που μια στιγμή τις φώτιζε
ο προβολέας του μέλλοντος —
βιαστικά λόγια, μια μικρή περίληψη της ζωής, τα κύρια
σημεία μονάχα
γραμμένα στο κουτί των τσιγάρων, ή σ' ένα τόσο δα χαρτί
κρυμμένο στο παπούτσι, ή στο στρίφωμα του σακκακιού μας,
ένα μικρό χαρτί σαν ένα μεγάλο γεφύρι πάνου άπ' το θάνατο.
Α, βέβαια, όλα τούτα θα πουν δεν είναι τίποτα.
Όμως εσύ, αδελφέ μου, ξέρεις πώς από τούτα τ' απλά λόγια
από τούτες τις απλές πράξεις, από τούτα τα απλά τραγούδια
μεγαλώνει το μπόι της ζωής, μεγαλώνει ο κόσμος, μεγα-
λώνουμε.
ΚΙ ΟΧΙ να πείτε πούκανα και τίποτα σπουδαίο
μόνο που πέρασα κι ακούμπησα στον ίδιο τοίχο που ακουμ-
πήσατε, συντρόφια μου,
μόνο που διάβασα στα τμήματα μεταγωγών τα ονόματα
των ηρώων και των μαρτύρων μας
μόνο που φόρεσα τις ίδιες χειροπέδες που φορέσατε
μόνο που πόνεσα μαζί σας κι ονειρεύτηκα μαζί σας
μόνο που σε βρήκα και με βρήκες, σύντροφε.
13
Ο μπάρμπα-Χρίστος έχτισε το φούρνο του στρατοπέδου.
Είχα σταθεί και κοίταζα τα σίγουρα γεροντικά του χέρια
τούτα τ' απλά, σοφά, συντροφικά του χέρια —
ώρα την ώρα ο φούρνος ψήλωνε
ψήλωνε ο κόσμος
ψήλωνε η αγάπη
κι όταν γεύτηκα το πρώτο κομμάτι άπ' το ζεστό καρβέλι
μας
μ' αύτη τη γεύση πήρα μέσα μου
κάτι απ' τα σοφά χέρια του γέρο-χτίστη
κάτι απ' το ήσυχο χαμόγελό του που δε ζητάει ανταπόδοση
κάτι απ' τα χέρια όλων των συντρόφων που ζυμώνουν το
ψωμί του κόσμου
εκείνη τη γαλήνια σιγουριά του ανθρώπου
που φτιάχνει ωφέλιμα κι απαραίτητα πράματα.
ΎΣΤΕΡΑ μάθαμε πολύ περισσότερα, μα αν θα καθόμουν
να σας τα ιστορήσω όλα
δε θα τέλειωνε ποτέ το τραγούδι μου
όπως ποτέ δεν τελειώνει η αγάπη μας, η ζωή, ο ήλιος.
Κ' έρχομαι μονάχα να σ' αγκαλιάσω και να κλάψω, αδελφέ
μου,
όπως ο ερωτευμένος που γυρνάει από χρόνια στην καλή του
και μ' ένα του φιλί της λέει όλα τα χρόνια που περίμενε
κι όλα τα χρόνια που τους περιμένουν πέρα απ' το φιλί τους.
14
ΕΜΕΙΣ ώρες πολλές κοιτάξαμε το ίδιο σημάδι
πολλές ζωές το ψάξαμε τούτο το σημάδι
ως να του εμπιστευτούμε την καρδιά μας και τα χέρια μας.
Κι αυτό που το κοιτάξανε χιλιάδες πονεμένοι ανθρώποι
παίρνει κάτι απ' τα μάτια μας κι απ' το σμίξιμο των ματιών
μας
και μεγαλώνει, μεγαλώνει, μεγαλώνει,
όπως το ζυμάρι στη σκάφη, το δέντρο στον ήλιο, η ελπίδα
στην καρδιά μας.
Και τ' άλλα πάλι, τα πολύ μεγάλα, τ' άπιαστα κι αθώρητα
απ' το πολύ που τα κοιτάξαμε μαζί και τ' αγαπήσαμε μαζί
έγιναν πια δικά μας, ένα με μας, τάχουμε δίπλα μας
σαν την αλατιέρα, σαν το πιρούνι, σαν το πιάτο
και τώρα το ίδιο απλά και γκαρδιακά κοιτάζουμε ένα φύλλο
ή ένα αστέρι
την πέτρα όπου καθόμαστε ή τα ψηλά φουγάρα του μέλλοντος.
Η ΚΑΡΔΙΑ μου σήμερα δε μοιάζει με κανένα σύγνεφο
χρυσό που λαμπαδιάζει στο λιόγερμα
μήτε με κανέναν άγγελο που στρώνει το τραπέζι μες στα
δέντρα του Παράδεισου
τινάζοντας με τ' άσπρα του φτερά τα ψίχουλα των άστρων
απ' τις γενειάδες των παλιών Αγίων.
15
Τίποτα τέτοιο. Η καρδιά μου είναι τώρα ένα φαρδύ χωμα-
τένιο τσουκάλι
που μπήκε πολλές φορές στη φωτιά
που μαγέρεψε χιλιάδες φορές για τους φτωχούς
για τους ξωμάχους, για τους περατάρηδες
για τους εργάτες και για τις πικρές μανάδες τους
για τον πεινασμένον ήλιο, για τον κόσμο — ναι, για όλο τον
κόσμο
— ένα φτωχό, καπνισμένο, μαυρισμένο τσουκάλι που κάνει
καλά τη δουλειά του
που βράζει άγρια ραδίκια του βουνού κι αριά και που κάνα
κοψίδι κρέας
κι από κάτου συδαυλίζουν τη φωτιά τα πεινασμένα αδέρφια
μου
— καθένας βάζει και το ξύλο του
καθένας καρτεράει το μερτικό του.
Κάθονται γύρω-γύρω μαζί με τ' αρνιά και τα γελάδια
όπως καθόσαστε τώρα εσείς τριγύρω μου
μιλάνε για τον καιρό, για τη σπορά, για τη σοδειά
μιλάνε για τη βροχή, για τον ήλιο, για την ειρήνη
για κείνο το σημάδι που όλο και περισσότερα μάτια το κοι-
τάζουν
για κείνο το άστρο που δε σβήνει με κανέναν άνεμο
κ' οι πεθαμένοι μαζεύονται γύρω απ' την τάβλα μας
και περιμένουν κι αυτοί το μερτικό τους.
16
Και τούτο το τσουκάλι βράζει, βράζει τραγουδώντας.
ΤΟΥΤΕΣ τις μέρες ο άνεμος μας κυνηγάει.
Γύρω σε κάθε βλέμμα το συρματόπλεγμα
γύρω στην καρδιά μας το συρματόπλεγμα
γύρω στην ελπίδα το συρματόπλεγμα. Πολύ κρύο εφέτος.
Πιο κοντά. Πιο κοντά. Μουσκεμένα χιλιόμετρα μαζεύονται
γύρω τους.
Μέσα στις τσέπες του παλιού πανωφοριού τους
έχουν μικρά τζάκια να ζεσταίνουν τα παιδιά.
Κάθονται στον πάγκο κι αχνίζουν απ' τη βροχή και την
απόσταση.
Η ανάσα τους είναι ο καπνός ενός τραίνου που πάει μακριά,
πολύ μακριά. Κουβεντιάζουν
και τότε η ξεβαμμένη πόρτα της κάμαρας γίνεται σα μητέρα
που σταυρώνει τα χέρια της κι ακούει.
Κι ακούω και γω και παίρνω κι αυγαταίνω —
ρίχνω και γω καμμιά κουβέντα που και που
όπως ρίχνουμε ένα ξύλο στη φωτιά —
φουντώνει η φλόγα, γίνεται πιότερο το φώ — ξύλο το ξύλο —
κοκκινίζουν οι τοίχοι, αποτραβιέται ο άνεμος, τρίζει το
παραθυρόφυλλο
17
ακούγεται έξω κάποιο γαϊδουράκι που βόσκει ακόμα στο
γρασίδι
και το σκυλί κάθεται ήσυχο μπροστά στα πόδια των πεθα-
μένων.
Όλοι περιμένουμε να ξημερώσει.
ΕΠΕΣΕ ο άνεμος. Σιωπή. Στη γωνιά της κάμαρας
ένα αλέτρι συλλογισμένο — περιμένει τ' όργωμα.
Ακούγεται πιο καθαρά το νερό που κοχλάζει στο τσουκάλι.
Αυτοί που περιμένουν στον ξύλινο πάγκο
είναι οι φτωχοί, οι δικοί μας, οι δυνατοί
είναι οι ξωμάχοι, οι σπουδαστές κ' οι προλετάριοι
— κάθε τους λέξη είναι ένα ποτήρι κρασί
μια γωνιά μαύρο ψωμί
ένα δέντρο πλάϊ στο βράχο
ένα παράθυρο ανοιχτό στη λιακάδα.
Είναι οι δικοί μας Χριστοί, οι δικοί μας Άγιοι.
Τα χοντρά τους παπούτσια είναι σα βαγόνια με κάρβουνο
τα χέρια τους είναι η σιγουριά —
αργασμένα χέρια, σκληρά χέρια, ροζιασμένα
με φαγωμένα νύχια, με άγριες τρίχες
με το μεγάλο δάχτυλο φαρδύ όσο η ιστορία του ανθρώπου
με τη φαρδειά σπιθαμή σα γιοφύρι πάνου απ' το γκρεμό.
18
Τα δαχτυλικά τους αποτυπώματα δεν είναι μονάχα στα μη-
τρώα των φυλακών
φυλάγονται στα αρχεία της ιστορίας,
τα δαχτυλικά τους αποτυπώματα είναι οι πυκνές σιδηρο-
δρομικές γραμμές
που διασχίζουν το μέλλον. Κ' η καρδιά μου εμένα
τίποτα πιότερο, συντρόφια μου, ένα πήλινο μαυρισμένο
τσουκάλι
που κάνει καλά τη δουλειά του —·τίποτ' άλλο. Γεια σας
σύντροφοι.
ΛΟΙΠΟΝ, παιδιά μου, συλλογιέμαι τώρα σαν τον παππού
που λέει παραμύθια
(και μη θυμώνετε που σας λέω «παιδιά μου»,
μόνο στα χρόνια μπορεί νάμαι πιο μεγάλος
σε τίποτ' άλλο,
κι αύριο θα με πείτε εσείς: «παιδί μου», και γω δε θα θυ-
μώνω
γιατί όσο θάναι νιότη μες στον κόσμο θάμαι νέος,
και να με λέτε: «παιδί μου», παιδιά μου) —
λοιπόν, παιδιά μου, συλλογιέμαι τώρα
να βρω μια λέξη να ταιριάζει στο μπόϊ της λευτεριάς
μήτε πιο ψηλή, μήτε πιο κοντή
— το περίσσιο είναι ψεύτικο
το λιγοστό είναι ντροπαλό,
και γω δεν τόχω σκοπό να καμαρώσω
19
για τίποτα πιότερο, για τίποτα, λιγότερο από άνθρωπος.
Θα βρούμε το τραγούδι μας. Καλά πάμε. Τί λες και συ,
σύντροφε;
Καλά, καλά.
Βράσανε τα ραδίκια. Λιγοστό το λάδι. Δεν πειράζει.
Περσεύει η όρεξη κ' η καρδιά. Είναι ώρα.
ΕΔΩ είναι φως αδερφικό — απλά τα χέρια και τα μάτια.
Εδώ δεν είναι νάμαι εγώ πάνω από σένα ή εσύ πάνω από
μένα.
Εδώ είναι νάναι ο καθένας μας πάνω απ' τον εαυτό του.
Εδώ είναι ένα φως αδερφικό που τρέχει σαν ποτάμι δίπλα
στο μεγάλο τοίχο.
Αυτό το ποτάμι το ακούμε ως και μέσα στον ύπνο μας.
Κι όταν κοιμόμαστε τόνα μας χέρι κρεμασμένο απ' όξω απ'
την κουβέρτα
βρέχεται μέσα σε τούτο το ποτάμι.
Φτάνει με δυο σταγόνες μόνο από τούτο το νερό να ραντίσεις
το πρόσωπο του εφιάλτη, και χάνεται καπνός πίσω απ' τα
δέντρα.
Κι ο θάνατος δεν είναι παρά ένα φύλλο που έπεσε για να θρέ-
ψει ένα φύλλο που ανεβαίνει.
20
ΤΩΡΑ το δέντρο σε κοιτάει κατάματα μες απ' τα φύλλα του
η ρίζα σου δείχνει όλο το δρόμο της
εσύ κοιτάς κατάματα τον κόσμο —δεν έχεις τίποτα να κρύ-
ψεις.
Τα χέρια σου είναι καθαρά, πλυμένα με το χοντρό σαπούνι
του ήλιου
τα χέρια σου τ' αφήνεις στο συντροφικό τραπέζι ξέσκεπα
τα εμπιστεύεσαι στα χέρια των συντρόφων σου.
Η κίνησή τους είναι απλή, γεμάτη ακρίβεια.
Κι όταν ακόμη βγάζεις μια τρίχα απ' το σακκάκι του φίλου
σου
είναι σα να βγάζεις ένα φύλλο απ' το ημερολόγιο
επιταχύνοντας το ρυθμό του κόσμου.
Μ' όλο που το ξέρεις πως έχεις ακόμη να κλάψεις πολύ
ώσπου να μάθεις τον κόσμο να γελάει.
ΈΝΑ τσουκάλι λοιπόν. Τίποτ' άλλο.
Πήλινο, μαυρισμένο τσουκάλι,
βράζοντας, βράζοντας και τραγουδώντας,
βράζοντας πάνω στου ήλιου τη φωτιά και τραγουδώντας.
ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΙ ΛΗΜΝΟΥ,
Δεκέμβριος 1948 - Φεβρουάριος 1949
21
Τετάρτη 25 Μαρτίου 2009
ΑΡΗΣ ΒΕΛΟΥΧΙΩΤΗΣ: ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
ΑΡΗΣ ΒΕΛΟΥΧΙΩΤΗΣ: ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Πηγή: Πάνου Λάγδα, «ΑΡΗΣ ΒΕΛΟΥΧΙΩΤΗΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ», Σελ. 59-61 (Τόμος Α')

Φωτογραφία του Άρη Βελουχιώτη με τον πρώτο μαύρο σκούφο που καθιέρωσε στην προσωπική του φρουρά μετά την εξόντωση των λεγεωνάριων του Διαμάντε, οργάνων των Ιταλών καταχτητών. (Διανέμονταν στο εξωτερικό μαζί με το κείμενο που δημοσιεύεται φωτοτυπημένο στην επόμενη σελίδα).
His real name is Athanasios Claras. He was born in Lamia in 1905 and is the son of a well to do lawyer. His family has a long tradition of struggles for liberty. His great grand-father, Andreas Claras, fought during the war of independence in 1821. His mother's grand-father fought at Messolonghi against the Turks under Lord Byron's command.
Athanasios Claras studied agriculture. His father offered him his farm to qultivate, as well as the management of an oil and soap factory. Athanasios refused the offer saying: «If I become wealthy, I shall not be able to feel the poor man's misery».
After serving in the army he became an active champion of democracy. He was repetedly imprisoned during Metaxas dictatorship. During the invasion of Greece in 1940, he fought in the Macedonian front against the Germans.
After the invasion, he started organising guerrilla bands under the name of Aris Velouhiotis. He campained through Roumeli and Thessaly preaching armed resistance. In May 1942 he went to the mountains accompanied by only two andartes. A few days later, at the head of ten andartes, he punished the landowner Maratheas who had delivered some peasants to the Italians. He disarmed a gendarmery scotion which had been collaborating with the invaders and thus succeeded in arming twenty six men whom he led against an Italian post on Mount Ghiona. This band exterminated 43 Italians, took their armament and thus the number of Aris Velouhiotis andartes was increasing continuously.
Aris took a prominent part in the destruction of Gorgopotamos bridge, planned by the first British officers parachuted in autumn 1942.
Since then Aris Velouhiotis distinguished himself as a chief of andartes and animator of the resistance movement.
He became the most popular figure of the Hellenic struggle for liberty. His exploits against Germans and Italians have been the subject of many a popular song.
Aris is now the general "Kapitanios" of ELAS with the rank of major-general.

Φωτοτυπία πολυγραφημένου κειμένου για τον Άρη Βελουχιώτη, που κυκλοφορούσε στο εξωτερικό (στην Αίγυπτο κ.α.) κατά τη διάρκεια της γερμανοϊταλικής κατοχής στην Ελλάδα (η μετάφραση δημοσιεύεται στην επόμενη σελίδα).
Το πραγματικό του όνομα είναι Αθανάσιος Κλάρας. Γεννήθηκε στη Λαμία το 1905 και είναι γιος ενός εύπορου δικηγόρου. Η οικογένειά του έχει μακρόχρονη παράδοση αγώνων για την ελευθερία. Ο προσπάππος του Αντρέας Κλάρας αγωνίσθηκε στον πόλεμο της ανεξαρτησίας του 1821. Ο προσπάππος από τη μητέρα του πολέμησε στο Μεσολόγγι κατά των Τούρκων κάτω από τις διαταγές του Βύρωνα.
Ο Αθανάσιος Κλάρας σπούδασε γεωπόνος. Ο πατέρας του του πρόσφερε το κτήμα του για να το καλλιεργή, καθώς και τη διεύθυνση ενός ελαιοτριβείου και ενός σαπωνοποιείου. Ο Αθανάσιος αρνήθηκε την προσφορά λέγοντας: «Αν γίνω πλούσιος, δε θα μπορώ να νιώθω την αθλιότητα του φτωχού».
Μετά τη στρατιωτική του θητεία έγινε δραστήριος αγωνιστής για τη δημοκρατία. Φυλακίσθηκε επανειλημμένα κατά τη δικτατορία του Μεταξά. Στη διάρκεια της εισβολής στην Ελλάδα, το 1940, πολέμησε στη Μακεδονία κατά των Γερμανών.
Μετά την εισβολή άρχισε να οργανώνη ομάδες ανταρτών με το όνομα Άρης Βελουχιώτης. Διέσχισε τη Ρούμελη και τη Θεσσαλία κηρύσσοντας την ένοπλη αντίσταση. Το Μάϊο του 1942 ανέβηκε στο βουνό συνοδευόμενος μόνο από δυο αντάρτες. Ύστερα από λίγες ημέρες, επικεφαλής δέκα ανταρτών, τιμώρησε τον κτηματία Μαραθέα, που είχε παραδώσει μερικούς αγρότες στους Ιταλούς. Αφόπλισε μια ομάδα χωροφυλάκων που είχαν συνεργασθή με τους κατακτητές και έτσι κατόρθωσε να εξοπλίση 26 άντρες, που τους οδήγησε σε επίθεση εναντίον ενός ιταλικού φυλακίου στο βουνό Γκιώνα. Η ομάδα αυτή εξόντωσε 43 Ιταλούς, πήρε τον οπλισμό τους και έτσι ο αριθμός των ανταρτών του Άρη Βελουχιώτη μεγάλωνε αδιάκοπα.
Ο Άρης έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην καταστροφή της γέφυρας του Γοργοποτάμου, που σχεδιάσθηκε από τους πρώτους Βρετανούς αξιωματικούς που έπεσαν με αλεξίπτωτο το φθινόπωρο του 1942.
Από τότε ο Άρης έγινε αρχηγός των ανταρτών και εμψυχωτής του κινήματος αντίστασης.
Ο Άρης έγινε μια από τις πιο λαοφιλείς μορφές του ελληνικού αγώνα για την ελευθερία. Τα κατορθώματά του κατά των Γερμανών και των Ιταλών υμνήθηκαν από πολλά λαϊκά τραγούδια.
Ο Άρης είναι τώρα γενικός «καπετάνιος» του ΕΛΑΣ και έχει το βαθμό του υποστρατήγου.
(Μετάφραση του κειμένου της προηγούμενης σελίδας)
Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2008
ΣΤΟΝ ΑΡΗ ΜΟΥ - ΣΤΟ ΚΑΜΑΡΙ ΜΟΥ
ΣΤΟΝ ΑΡΗ ΜΟΥ - ΣΤΟ ΚΑΜΑΡΙ ΜΟΥ
Άρη μου, Άρη, Άρη μου, παιδί μου παλικάρι
Σε ράχες ήσουν, σε βουνά, το κάλεσε η ανάγκη
Αλίμονο: ο στόνος μου τόσο μακριά δε φτάνει
Κι αν σε καλούν οι στεναγμοί κι αν σε καλούν οι θρήνοι
Εσύ κοιμάσαι αξύπνητος στο φως και στη γαλήνη
Αχ! Συ διαβάτη της ζωής! Πανέμορφε διαβάτη!
να ξαναρθείς εδώ στη γη, δε θα' βρεις μονοπάτι
Άρη μου! Γιατί άφησες τη δόλια σου μανούλα
το δύστυχο πατέρα σου να κλαίμ' όλη μερούλα;
Λαμία, Ιούλιος 1945
ΑΓΛΑΪΑ Δ. ΚΛΑΡΑ
Πηγή: Ο ΑΔΕΡΦΟΣ ΜΟΥ Ο ΑΡΗΣ, του Μπάμπη Δ. Κλάρα, σελ.327
ΑΡΗΣ ΒΕΛΟΥΧΙΩΤΗΣ: ΚΟΜΜΑΤΙΚΗ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ (1962)
Ετσι δημοσιεύθηκε στις Αθηναϊκές εφημερίδες η κομματική αποκατάσταση του Αρη. Η αναγγελία της έγινε με εκπομπή από το Ραδιόφωνο του ΚΚΕ που λειτουργούσε το 1962 στο εξωτερικό.
ΑΝΑΤΑΡΑΧΗ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΡΙΣΤΕΡΑΝ
ΤΟ ΚΚΕ ΑΠΟΚΑΤΕΣΤΗΣΕ ΤΟΝ ΑΡΗ ΒΕΛΟΥΧΙΩΤΗ
ΤΟΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΖΕΙ ΩΣ «ΠΟΛΕΜΑΡΧΟΝ ΘΡΥΛΙΚΟΝ» ΙΣΑΞΙΟΝ ΤΟΥ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ
Η εκπομπή
Το κείμενον της χθεσινής ραδιοφωνικής εκπομπής, δια της οποίας ο Βελουχιώτης αποκατεστάθη, έχει ως εξής:
«Ο Βελουχιώτης ήταν και παρέμεινε ως το θάνατό του αδιάλλακτος εχθρός των ξένων κατακτητών και των μονίμων συνεργατών τους και κτύπησε αμείλικτα την εθνοπροδοσία, γι' αυτό αγαπήθηκε τόσο πολύ από το λαό και μισήθηκε άγρια από τους προδότες.
Πέρασαν 17 ολόκληρα χρόνια από το χαμό του Αρη, οι αγωνιστές της αντίστασης όμως όλοι οι Ελληνες πατριώτες θυμούνται και θα θυμούνται πάντα τον θρυλικό πολέμαρχο που συνέδεσε αδιάρρηκτα το όνομά του με μια από τις ενδοξότερες σελίδες της νεώτερης ιστορίας μας, την εποποιία της εθνικής μας αντίστασης.
Και δεν θα αργήση να ρθη ο καιρός που οι δυνάμεις της εθνικής αναγέννησης ανοίγοντας το δρόμο προς τη δημοκρατική αλλαγή, θα στήσουν στο βάθρο που πρέπει τη δοξασμένη εποποία του έθνους και τότε στα σχολεία της αναγεννημένης Ελλάδας δίπλα στους άθλους των ηρώων του 1821, του Κολοκοτρώνη, του Καραϊσκάκη, του Μπότσαρη και του Κανάρη θα διδάσκονται στα Ελληνόπουλα τα κατορθώματα του Αρη Βελουχιώτη, του Σαράφη και των άλλων ηρώων της εποποιίας της αθάνατης εθνικής μας αντίστασης.»
ΕΠΕΙΤΑ ΑΠΟ 17 ΧΡΟΝΙΑ
ΑΠΟΚΑΘΙΣΤΑΤΑΙ Ο ΑΡΗΣ ΒΕΛΟΥΧΙΩΤΗΣ
«ΘΡΥΛΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΑΡΧΟΣ»
Εις χθεσινήν εκπομπήν του ο ραδιοσταθμός του Κ.Κ.Ε., ανήγγειλε την πανηγυρικήν αποκατάστασιν του κατά την κατοχή αρχηγού του «ΕΛΑΣ» Αρη Βελουχιώτη.
Ως γνωστόν, ο Βελουχιώτης ενώ υπήξε ο ιδρυτής του «ΕΛΑΣ» και εν συνεχεία ο πολιτικός αρχηγός του μέχρι της απελευθερώσεως, μετά την Βάρκιζαν είχε αποκηρυχθή υπό της, υπό τον Ν. Ζαχαριάδην, ηγεσίας του Κ.Κ.Ε.
Δια της χθεσινής εκπομπής του ο ραδιοφωνικός σταθμός του Κ.Κ.Ε. «για τα 17 χρόνια από το θάνατο του Αρη Βελουχιώτη», τον αποκαθιστά πλήρως, αναφέρει δε ότι ο Βελουχιώτης υπήρξε αδιάλλακτος εχθρός των ξένων κατακτητών και των ντόπιων συνεργατών των, ότι «όλοι οι Ελληνες θα θυμούνται τον θρυλικό πολέμαρχο, που συνέδεσε αδιάρρηκτα το όνομά του με μια από τις ενδοξότερες σελίδες της νεώερης ιστορίας μας».
Τέλος, η εκπομπή παρηλλήλισε τον Αρη Βελουχιώτη με τον Κολοκοτρώνη, τον Καραϊσκάκη, τον Μπότσαρη, και εχαρακτήρισε το έργον του «ισάξιον των ηρώων του 1821.
Πηγή: «Ο ΑΔΕΡΦΟΣ ΜΟΥ Ο ΑΡΗΣ», του Μπάμπη Δ. Κλάρα, σελ. 282
Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2008
ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΔΥΝΑΜΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΕΛΑΣ
ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΔΥΝΑΜΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΕΛΑΣ
Ο ΕΛΑΣ, δίπλα στο μεγάλο εθνικό έργο που επετέλεσε, την απελευθέρωση δηλαδή της Ελλάδας από τους χιτλεροφασίστες κατακτητές, συνέβαλε και στον κοινό αντιφασιστικό αγώνα των λαών. Η αξιόλογη προσφορά του ΕΛΑΣ στην κοινή συμμαχική υπόθεση συνίσταται:
α) Στη δέσμευση και απασχόληση σοβαρών εχθρικών δυνάμεων στο χώρο της Ελλάδας.
β) Στις απώλειες που προκάλεσε στον εχθρό σε άνδρες και πολεμικό υλικό.
γ) Στον αποπροσανατολισμό και την ανατροπή μερικότερων στρατηγικών επιδιώξεων του εχθρού εξαιτίας σειράς σαμποτάζ σε σοβαρές συγκοινωνιακές αρτηρίες.
Για την καλύτερη κατανόηση των αποτελεσμάτων που είχε η δράση του ΕΛΑΣ δίνουμε τα παρακάτω συνοπτικά στοιχεία:
Ι. Οργάνωση και δύναμη του ΕΛΑΣ
Ο ΕΛΑΣ είχε τον Οχτώβρη του 1944, δηλαδή στην περίοδο της απελευθέρωσης της Ελλάδας την παρακάτω σύνθεση:
Α' Μόνιμος ΕΛΑΣ
1. - Γενικό Στρατηγείο:
Με συμπληρωμένες όλες τις υπηρεσίες του επιτελείου του: I, II, III και IV γραφεία, και τις διευθύνσεις: ΕΛΑΝ, Διαβιβάσεων, Αυτοκινήτων, Υγειονομικής Υπηρεσίας, Επιμελητείας, Ελέγχου και Δικαστικού.
Τάγμα Γενικού Στρατηγείου με δυο λόχους πεζικού, λόχο πολυβόλων, λόχο μηχανημάτων και έφιππο ουλαμό.
Σύνολο δύναμης 565.
2. - Ομάδα Μεραρχιών Στερεάς Ελλάδας
Με πλήρες επιτελείο, τηλεφωνική και ασύρματο σύνδεση με το Γενικό Στρατηγείο και τις Μεραρχίες της.
Επίσης λόχο στρατηγείου με δύναμη περίπου 200.
Η ΟΜΣ είχε τις παρακάτω Μεραρχίες:
α) ΙΙη Μεραρχία (Αττικοβοιωτία-Εύβοια) με τα συντάγματα 2ο, 34ο, 7ο και μια μοίρα του ΕΛΑΝ.
Σύνολο δύναμης 4.540
β) ΧΙΙΙη Μεραρχία (Ρούμελη) με τα συντάγματα 42ο, 36ο, 52ο, 54ο και μια μοίρα ΕΛΑΝ.
Σύνολο δύναμης 7.000
3. - Ομάδα Μεραρχιών Μακεδονίας
Με πλήρες επιτελείο και συγκροτημένες όλες τις υπηρεσίες της.
Επίσης λόχο στρατηγείου με δύναμη περίπου 200.
Η ΟΜΜ είχε τις παρακάτω Μεραρχίες:
α) ΙΧη Μεραρχία (Δυτική Μακεδονία) με τα συντάγματα 53ο, 27ο και 28ο.
Σύνολο Δύναμης 5.460
β) Χ Μεραρχία (Κεντρική Μακεδονία) με τα συντάγματα 16ο, 30ο και 50ο.
Σύνολο Δύναμης 7.000
γ) ΧΙ Μεραρχία (Θεσσαλονίκη) με τα συντάγματα 13ο, 19ο, 31ο και μια μοίρα ΕΛΑΝ.
Σύνολο Δύναμης 5.870
δ) VI Μεραρχία (Ανατολική Μακεδονία-Θράκη) με τα συντάγματα 21ο, 25ο, 26ο, 81ο και μια μοίρα ΕΛΑΝ.
Σύνολο Δύναμης 6.500
4. Ι Μεραρχία (Θεσσαλία) με τα συντάγματα 4ο, 5ο, Ι/38ο και μια μοίρα ΕΛΑΝ.
Σύνολο Δύναμης 9.000
5. ΙΙΙ Μεραρχία (Πελοπόννησος) με δυο ταξιαρχίες
α) VIII Ταξιαρχία (6ο και 12ο συντάγματα)
β) IX Ταξιαρχία (8ο, 9ο και 11ο συντάγματα)
και μια μοίρα του ΕΛΑΝ.
Σύνολο Δύναμης 11.000
6. VIII Μεραρχία (Ήπειρος) με δυο ταξιαρχίες
α) VI Ταξιαρχία (85ο και 15ο συντάγματα)
β) VII Ταξιαρχία (24ο, 3/40 και 2/39 συντάγματα)
και μια μοίρα του ΕΛΑΝ.
Σύνολο Δύναμης 7.000
7. V Μεραρχία (Κρήτης) με τα συντάγματα 14ο, 43ο, 44ο.
Σύνολο Δύναμης 3.000
8. Ταξιαρχία Ιππικού με τα συντάγματα 1ο και 3/7 και με
μηχανοκίνητο τμήμα.
Σύνολο Δύναμης 1.200
9. Ταξιαρχία Αρχιπελάγους (Σάμος-Μυτιλήνη)
με δύναμη 3.000
10. Α' Σώμα Στρατού (Αθήνα-Πειραιάς) με δυο ταξιαρχίες:
την 1η (1ο και 2ο συντάγματα), την ΙΙη (3ο, 4ο και 5ο«Προαστείων»)
καθώς και το 6ο ανεξάρτητο σύνταγμα Πειραιά, το τάγμα φοιτητών και το μηχανοκίνητο τμήμα.
Σύνολο Δύναμης 6.000
(εκτός από τους 6.000 μόνιμους είχε και 17.500 εφεδρικούς μαχητές)
Σύνολο μονίμου ΕΛΑΣ 77.535
Όλες οι μονάδες του ΕΛΑΣ: ένα Σώμα Στρατού, δυο Ομάδες Μεραρχιών, 10 Μεραρχίες, μια ταξιαρχία πεζικού και μια ταξιαρχία ιππικού, είχαν πλήρη επιτελεία και συμπληρωμένες όλες τις διευθύνσεις των υπηρεσιών τους.
Β' Εφεδρικός ΕΛΑΣ
Δίπλα στις μονάδες και τα τμήματα του μόνιμου ΕΛΑΣ υπήρχαν αντίστοιχες μονάδες και τμήματα του εφεδρικού ΕΛΑΣ με σύνολο δύναμης περίπου 50.000
Γ' Εθνική Πολιτοφυλακή (ΕΠ)
Η Εθνική Πολιτοφυλακή με τις Ανώτερες Διοικήσεις κατά περιοχή, τις Διοικήσεις κατά νομό και τις Υποδιοικήσεις κατά επαρχία είχε δύναμη συνολικά 6.000
Έτσι η συνολική δύναμη του ΕΛΑΣ μαζί με την Εθνική Πολιτοφυλακή, μαχητές και αξιωματικοί, έφθασε τους 133.500
Βασική πηγή εφοδιασμού του ΕΛΑΣ σε οπλισμό και πυρομαχικά ήταν τα λάφυρα που απέσπασε σε σκληρές μάχες κατά των φασιστών κατακτητών.
Οι «σύμμαχοι» Άγγλοι παρά και ενάντια στις ανειλημένες με συμφωνία υποχρεώσεις τους δεν χορήγησαν στον ΕΛΑΣ παρά ελαχιστες ποσότητες οπλισμού και ελαχιστότατες ποσότητες πυρομαχικών και άλλων εφοδίων.
Η βοήθεια αυτή για όλη την περίοδο του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα ήταν η παρακάτω:
α) σε οπλισμό: 10 όλμοι, 30 πολυβόλα, 100 οπλοπολυβόλα, 300 αυτόματα, 3000 τουφέκια και ελάχιστα πυρομαχικά.
β) Σε χρήματα και λοιπά εφόδια: 146.000 περίπου χρυσές λίρες, 820 τόννοι διάφορα τρόφιμα, 22.000 ζεύγη άρβυλα, 3.500 χλαίνες, 7.000 στολές, 25 τόννοι χαρτί δημοσιογραφικό και 120 τόννοι καύσιμα.
ΙΙ. Δυνάμεις των κατακτητών στην Ελλάδα
Εξαιτίας της δράσης του κινήματος Εθνικής Αντίστασης οι κατακτητές υποχρεώθηκαν να κρατούν σε όλη την περίοδο της κατοχής σημαντικές δυνάμεις στην Ελλάδα. Συγκεκριμένα:
Στην πρώτη περίοδο της κατοχής, μέχρι τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας, υπήρχαν στην Ελλάδα η V γερμανική στρατιά, η ΙΧ ιταλική στρατιά και το 2ο βουλγάρικο Σώμα Στρατού με σύνολο δύναμης πάνω από 300.000 άνδρες.
Ύστερα από τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας, στην Ελλάδα βρίσκονταν 10 γερμανικές μεραρχίες και 3 βουλγάρικες με δύναμη 180.000 άνδρες.
Από αυτές οι 40.000 ήταν βούλγαροι και οι 40 χιλιάδες διαφόρων εθνικοτήτων (πολωνοί, τσέχοι, ούγγροι, μαροκινοί, τάταροι κλπ). Στις καθαρά γερμανικές δυνάμεις των 100.000 ανδρών υγκαταλέγονταν επίλεκτες μεραρχίες γρεναδιέρων (4η Ες-Ες Πολιτσάι), ορεινών κυνηγών (1η Εντελβάις, 101 και 117 ορεινές)
ΙΙΙ. Απώλειες που προκάλεσε ο ΕΛΑΣ στους κατακτητές
Οι συνολικές απώλειες που προκάλεσε ο ΕΛΑΣ στους γερμανούς, ιταλούς και βουλγάρους φασίστες κατακτητές από την αρχή του ένοπλου αγώνα μέχρι την απελευθέρωση της χώρας ανέρχονται περίπου σε 21.809 νεκρούς και 6.463 αιχμαλώτους. Από αυτούς ήσαν γερμανοί 17.536 νεκροί και 2.102 αιχμάλωτοι, Ιταλοί 2.739 νεκροί και 2.109 αιχμάλωτοι, Βούλγαροι 1.534 νεκροί και 2.252 αιχμάλωτοι.
Στους Ιταλούς αιχμαλώτους δεν συμπεριλαμβάνονται η μεραρχία Πινερόλο και το σύνταγμα ιππικού Αόστης, καθώς και οι Ιταλοί άλλων τμημάτων που προσχώρησαν στον ΕΛΑΣ πριν ή μετά την συνθηκολόγηση της Ιταλίας.
Στο ίδιο διάστημα καταστράφηκαν 30 γέφυρες, 85 ατμομηχανές, 957 βαγόνια και 1007 αυτοκίνητα. Πάρθηκαν λάφυρα 350 ζώα (εκτός από τα άλογα του συντάγματος ιππικού της Αόστης), 14 ασύρματοι, 11 πλοιάρια, 5.000 νάρκες καθώς και πάνω από 100 πυροβόλα, εκατοντάδες όλμοι, εκατοντάδες πολυβόλα, χιλιάδες οπλοπολυβόλα, χιλιάδες αυτόματα, δεκάδες χιλιάδες τουφέκια και το σύνολο σχεδόν των πυρομαχικών που κατανάλωσε ο ΕΛΑΣ στις μάχες εναντίον των κατακτητών.
Πηγή: ΣΤ ΑΡΜΑΤΑ! ΣΤ ΑΡΜΑΤΑ! Χρονικό της Εθνικής Αντίστασης 1940-1945, σελ.537-541
Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2008
Ο άγιος Άρης Βελουχιώτης ο μπροστάρης
Ο Παναγιώτης δούλευε μάγειρας σ΄ ένα τουριστικό εστιατόριο. Γύρω στα 55 με 60.
Με είδε στο περίπτερο με τα ρούχα της δουλειάς και με περιεργάστηκε αδιάκριτα.
Εγώ του χαμογέλασα.
- Μπογιατζής πάντως δεν είσαι, μου είπε.
Και πιάσαμε την κουβέντα.
- Αγιογραφίες κάνεις ;
Από τον τρόπο που ρώτησε κατάλαβα πως μόνο ιεράρχες και οσίους δεν είχε στο μυαλό του.
- Κάνω , του απάντησα.
- Μπορείς να μου φτιάξεις τον άγιο Άρη Βελουχιώτη τον μπροστάρη;
- Μπορώ.
- Επέμενε μάλιστα η φράση «άγιος Άρης Βελουχιώτης ο μπροστάρης» να γραφτεί οπωσδήποτε στον πίνακα.
Έπρεπε να βλέπατε την έκφρασή του όταν του τον παρέδωσα. Τα μάτια του πετάγανε σπίθες και χαμογελούσε ως τ’ αυτιά.
Ιδού λοιπόν.
ακρυλικό σε καμβά (50χ40) -2003

